Η Scope Ratings επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες, μετά από μια δεκαετία ζημιών και εκτεταμένων αναδιαρθρώσεων, συγκαταλέγονται πλέον στις πιο κερδοφόρες στην Ευρώπη και εισήλθαν στο 2026 με τους ισχυρότερους ισολογισμούς από την περίοδο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, χάρη στη συνεχιζόμενη απομόχλευση και την αύξηση των δανείων.
«Η αύξηση των δανείων ήταν η υψηλότερη στην Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια, κυρίως λόγω της χρηματοδότησης μεγάλων επιχειρήσεων. Αναμένουμε ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί. Οι θετικές προοπτικές της εγχώριας οικονομίας και το ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον θα συνεχίσουν να στηρίζουν την αύξηση των δανείων και των προμηθειών το 2026», δήλωσε ο Alessandro Boratti, επικεφαλής αναλυτής για τις ελληνικές τράπεζες.

Η καταναλωτική πίστη έχει επίσης αυξηθεί σταθερά, υποστηριζόμενη από την ανθεκτική αγορά εργασίας και τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των νοικοκυριών. Παράλληλα, η στεγαστική πίστη έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς, λόγω της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων, της αύξησης των τιμών των κατοικιών και των στοχευμένων κρατικών προγραμμάτων στήριξης.
«Ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, εκτιμούμε ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα ενισχυθεί περαιτέρω το 2026», συνέχισε ο Boratti. «Οι θετικοί παράγοντες θα υπερκαλύψουν την επίδραση από τη μείωση των επιτοκιακών περιθωρίων και την αύξηση του κόστους. Παράλληλα, οι εξαγορές θα ενισχύσουν τα επιχειρηματικά μοντέλα. Οι πρόσφατες συμφωνίες εξαγορών και συγχωνεύσεων που αφορούν ελληνικές τράπεζες στην Κύπρο, καθώς και δραστηριότητες bancassurance και εξειδικευμένης χρηματοδότησης στην Ελλάδα, δείχνουν μια νέα στρατηγική κατεύθυνση προς μεγαλύτερη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων και ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε όλο τον οικονομικό κύκλο. Αναμένουμε ότι θα υπάρξει και συνέχεια».
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η μέση απόδοση επί των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών, Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, θα αυξηθεί οριακά στο 3% το 2026, από 2,9% το 2025. Η θετική επίδραση από την αύξηση των εσόδων και τη μείωση των πιστωτικών ζημιών θα αντισταθμιστεί εν μέρει από την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού, λόγω της μεγαλύτερης πιστωτικής επέκτασης.

«Εκτιμούμε επίσης ότι η δυναμική στις προμήθειες θα συνεχιστεί και το 2026, χάρη στην ισχυρή δραστηριότητα στους τομείς bancassurance και διαχείρισης περιουσίας, στην αύξηση των τραπεζικών εργασιών και στη συμβολή μικρότερων εξαγορών», σημείωσε ο Boratti, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «οι πιέσεις στο μισθολογικό κόστος και οι επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό θα περιορίσουν τον ρυθμό αύξησης των κερδών».
Θετική παραμένει και η εικόνα για τις προβλέψεις πιστωτικού κινδύνου, καθώς έχει μειωθεί σημαντικά η ανάγκη περαιτέρω εξυγίανσης των ισολογισμών και υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα για την πορεία των εξυπηρετούμενων δανείων το 2026. Εκτιμάται ότι το κόστος κινδύνου θα κινηθεί κοντά στις 50 μονάδες βάσης. Η ισχυρή παραγωγή κερδών ενισχύει τις κεφαλαιακές θέσεις των τραπεζών και τους δίνει μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία για πιθανές εξαγορές. Παράλληλα, η επιτάχυνση της απόσβεσης των παλαιών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων θεωρείται θετική εξέλιξη, καθώς θα βελτιώσει την ποιότητα των κεφαλαίων.
Στον αντίποδα, οι βασικοί κίνδυνοι σχετίζονται με πιθανή επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος, με διόρθωση στις τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή με επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στους βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας.
«Ωστόσο, με τα ποσοστά αθέτησης να επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα, οι κίνδυνοι για την ποιότητα ενεργητικού παραμένουν περιορισμένοι, αν και η αυξανόμενη στροφή προς τη χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρήσεων χρειάζεται παρακολούθηση. Ο ανταγωνισμός σε αυτό το τμήμα της αγοράς εντείνεται, καθώς διεθνείς τράπεζες διεκδικούν μερίδιο, εν μέρει λόγω της ισχυρής ζήτησης για χρηματοδότηση σε κλάδους όπως η ναυτιλία, η ενέργεια και οι υποδομές», καταλήγει ο Boratti της Scope Ratings.


