Γερμανοί καταναλωτές και βιομηχανίες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με επιπλέον ενεργειακό κόστος δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς η Γερμανία οδεύει προς τον χειμώνα με περιορισμένα περιθώρια προστασίας απέναντι σε ένα κύμα ψύχους ή πιθανές διαταραχές στις προμήθειες φυσικού αερίου.
Τα αποθέματα φυσικού αερίου στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκονται σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα, ενώ η γερμανική κυβέρνηση μέχρι στιγμής αποφεύγει να υιοθετήσει τις προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κατάσταση στην ενεργειακή ασφάλεια.
Έτσι, το Βερολίνο ουσιαστικά ποντάρει σε έναν ήπιο χειμώνα, με ήπιες θερμοκρασίες, σύμφωνα με το Bloomberg. Ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους, όμως, ή νέες διαταραχές στις αγορές ενέργειας λόγω του πολέμου με το Ιράν θα μπορούσαν να υποχρεώσουν τη Γερμανία να ανταγωνιστεί άλλες χώρες για φορτία φυσικού αερίου LNG, ακριβώς την περίοδο που η παγκόσμια ζήτηση κορυφώνεται.
Πιέσεις στην κυβέρνηση
Οι αυξανόμενοι κίνδυνοι εντείνουν την πίεση προς την υπουργό Οικονομίας Katherina Reiche, στέλεχος με πολυετή εμπειρία στον ενεργειακό κλάδο, η οποία είχε δεσμευτεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος, περιορίζοντας παράλληλα την κρατική παρέμβαση.
Ο αντικαγκελάριος Lars Klingbeil, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών στον κυβερνητικό συνασπισμό, κατέστησε σαφές την περασμένη εβδομάδα ότι η ευθύνη για τυχόν προβλήματα στην ενεργειακή τροφοδοσία ανήκει στη Reiche.
Όπως τονίζει το Bloomberg, εάν οι τιμές χονδρικής παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, το κόστος του φυσικού αερίου για τους Γερμανούς τελικούς καταναλωτές θα μπορούσε να αυξηθεί έως και κατά 3,8 δισ. ευρώ το επόμενο έτος, σύμφωνα με τον Thorsten Storck, ειδικό σε θέματα ενέργειας της πλατφόρμας σύγκρισης τιμών Verivox.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια φυσικού αερίου για τον ερχόμενο χειμώνα διαπραγματεύονται ήδη σε επίπεδα υπερδιπλάσια σε σχέση με πέρυσι, ενώ θα μπορούσαν να εκτοξευθούν στα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022, εφόσον η παγκόσμια προσφορά παραμείνει περιορισμένη, εκτιμούν αναλυτές της Goldman Sachs και της Energy Aspects.
“Τα χαμηλά αποθέματα σημαίνουν λιγότερη ασφάλεια έναντι των διαταραχών και δυνητικά πολύ υψηλότερες τιμές“, δήλωσε ο Arham Muhammad, αναλυτής της BloombergNEF.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε τμήματα της γερμανικής οικονομίας που εξακολουθούν να δυσκολεύονται να ανακάμψουν από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Ωστόσο, εκτιμά ότι η Γερμανία θα αποφύγει τις πραγματικές ελλείψεις φυσικού αερίου, χάρη στη δυνατότητά της να καταβάλει υψηλότερες τιμές για την εξασφάλιση προμηθειών.
Μόλις στο 51% τα αποθέματα
Κανονικά, οι έμποροι ενέργειας αποθηκεύουν φθηνό φυσικό αέριο κατά τους θερινούς μήνες, προκειμένου να το διαθέσουν στην αγορά κατά την ψυχρή περίοδο. Τα αποθέματα καλύπτουν συνήθως περίπου το ένα τρίτο των αναγκών της Ευρώπης για τον χειμώνα.
Η πρακτική αυτή έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τη Γερμανία μετά τη διακοπή των ρωσικών ροών φυσικού αερίου μέσω αγωγών το 2022.
Φέτος, όμως, η άνοδος των τιμών έχει καταστήσει την αποθήκευση λιγότερο ελκυστική οικονομικά, καθώς τα συμβόλαια για το καλοκαίρι διαπραγματεύονται σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα για τον χειμώνα.
Τα γερμανικά αποθέματα είναι σήμερα μόλις κατά 51% γεμάτα, έναντι σχεδόν 82% στην Ιταλία και μέσου όρου 63% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης της Γερμανίας είναι οι μεγαλύτερες στην ΕΕ, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε πίεση στη γερμανική αγορά είναι πιθανό να μεταδοθεί και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.
Η προσπάθεια ενίσχυσης των εισαγωγών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ώστε να αντισταθμιστούν τα χαμηλά αποθέματα, θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών για περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες φυσικού αερίου.
Ήδη, καταναλωτικές και βιομηχανικές ενώσεις έχουν προχωρήσει τις τελευταίες ημέρες σε σειρά προειδοποιήσεων για τις πιθανές συνέπειες.
Το στοίχημα του καιρού
Οι μετεωρολόγοι, οι ερευνητές και τα καιρικά μοντέλα εκτιμούν σε μεγάλο βαθμό ότι το φετινό φαινόμενο El Niño ευνοεί έναν ηπιότερο, αλλά πιο θυελλώδη, ξεκίνημα της περιόδου θέρμανσης σε τμήματα της Ευρώπης.
Ωστόσο, το σκηνικό θα μπορούσε να αλλάξει αργότερα μέσα στον χειμώνα, με πιθανά κύματα ψύχους να καθορίζουν τελικά το ύψος των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας.
Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες προσφέρουν κίνητρα για την ενίσχυση των αποθεμάτων, η βασική εναλλακτική του Βερολίνου σε περίπτωση ανεπάρκειας της αγοράς θα ήταν οι δαπανηρές αγορές έκτακτης ανάγκης, οι οποίες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τιμές ακόμη υψηλότερα.
Προς το παρόν, πάντως, η γερμανική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα αντισταθεί σε μια τέτοια επιλογή.
“Η Γερμανία βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση“, δήλωσε ο Georg Zachmann, ανώτερος συνεργάτης του think tank Bruegel στο Βερολίνο.
“Οι traders εκτιμούν σήμερα ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να τηρήσει τη δέσμευσή της να αποχωρήσει από την κρατική χρηματοδότηση της πλήρωσης των αποθηκών, ουσιαστικά στοιχηματίζοντας ότι το κράτος τελικά θα υποχωρήσει”, πρόσθεσε.
Χρειάζονται 36 επιπλέον φορτία LNG
Για να φτάσουν οι γερμανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης στο 80% έως το τέλος Νοεμβρίου, επίπεδο που θεωρείται κρίσιμο για τις περισσότερες μονάδες, η χώρα θα χρειαστεί σήμερα περίπου 36 επιπλέον φορτία LNG, σύμφωνα με τον David Lewis, ανώτερο αναλυτή φυσικού αερίου και LNG στη Wood Mackenzie.
Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο σύνολο των φορτίων που έχει παραλάβει η Γερμανία τους τελευταίους τέσσερις μήνες, σύμφωνα με στοιχεία ναυτιλιακών μεταφορών που συγκέντρωσε το Bloomberg.
Ωστόσο, τα περιθώρια κάλυψης του ελλείμματος μέσω πρόσθετων εισαγωγών από γειτονικές χώρες είναι περιορισμένα.
Ο Lewis αναμένει ότι οι εισαγωγές από Βέλγιο και Ολλανδία θα μειωθούν αυτόν τον χειμώνα. Οι δύο χώρες κάλυψαν περίπου 20% έκαστη των γερμανικών εισαγωγών φυσικού αερίου πέρυσι.
Η Γερμανία αναμένεται να αντισταθμίσει μέρος της απώλειας περιορίζοντας τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς Τσεχία, Πολωνία και Αυστρία κατά περίπου 23% σε σχέση με τον περασμένο χειμώνα, εκτιμά ο αναλυτής.


