Οι ευρωπαϊκές οικονομίες πρέπει να αναπτυχθούν ταχύτερα ή να περιορίσουν τον δανεισμό τους, προκειμένου να διατηρήσουν το δημόσιο χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά, δήλωσε την Παρασκευή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), προειδοποιώντας ότι η αδράνεια δεν αποτελεί επιλογή.
Το ΔΝΤ προέβλεψε ότι η οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη θα διαμορφωθεί στο 1,1% το 2026 και στο 1,2% το 2027, διατηρώντας αμετάβλητες τις προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο. Προέβλεψε επίσης ότι ο πληθωρισμός στις 21 χώρες που έχουν ως κοινό νόμισμα το ευρώ θα ανέλθει στο 3,1% φέτος, στο 2,8% το επόμενο έτος και στο 2,2% το 2028.
“Περίπου τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών χωρών θα χρειαστεί να συνδυάσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης και την άμβλυνση των πιέσεων στις δημόσιες δαπάνες, με μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που μειώνουν τα ελλείμματα κατά περίπου 3,5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε να διατηρήσουν το χρέος τους σε βιώσιμα επίπεδα”, ανέφερε το Ταμείο.
Το ΔΝΤ σημείωσε ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που προβλέπεται στα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια της ΕΕ — τα οποία κάθε κράτος-μέλος όφειλε να συμφωνήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή — ανερχόταν κατά μέσο όρο σε περίπου 2% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από εκείνο που θα απαιτηθεί σε ορισμένες χώρες.
“Ακόμη και η δημοσιονομική προσαρμογή που προβλέπεται ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη, δεδομένου ότι οι βασικές προβολές των στελεχών του ΔΝΤ δείχνουν πως οι περισσότερες χώρες δεν θα επιτύχουν το επίπεδο δημοσιονομικής προσαρμογής που απαιτείται”, ανέφερε η έκθεση του ΔΝΤ για τις προοπτικές της Ευρώπης.
“Περίπου το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών χωρών θα χρειαστεί να προχωρήσει σε δημοσιονομική προσαρμογή που θα υπερβαίνει το 5% του ΑΕΠ, προκειμένου να διατηρήσει το δημόσιο χρέος σε βιώσιμα επίπεδα. Πρόκειται για επίπεδο προσαρμογής υψηλότερο από εκείνο που έχει αποδειχθεί γενικά εφικτό στο παρελθόν, γεγονός που δεν αφήνει άλλη επιλογή από το να επανεξεταστεί το εύρος των κρατικών δραστηριοτήτων και να ενισχυθεί ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα, ώστε να καλυφθεί το κενό”, ανέφερε.
Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τον Μάιο δείχνουν ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να αυξηθεί από 82,8% στο τέλος του 2025 σε 84,2% το 2026 και σε 85,3% έως το τέλος του 2027. Στην ευρωζώνη, το χρέος προβλέπεται να αυξηθεί στο 90,2% το 2026, από 88,7% το 2025, και στη συνέχεια να φθάσει στο 91,2% το 2027.
“Δεδομένων των μακροπρόθεσμων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες δαπάνες στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού, τις αυξημένες αμυντικές ανάγκες και τη συνεχιζόμενη ενεργειακή μετάβαση, το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά, φθάνοντας έως και στο διπλάσιο του σημερινού επιπέδου κατά μέσο όρο στην ευρωπαϊκή οικονομία, εάν δεν υπάρξουν αλλαγές πολιτικής”, δήλωσε στο Reuters ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Ματέους Στσούρεκ.
“Σε ορισμένες από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ο ρυθμός επιτάχυνσης της αύξησης του χρέους θα μπορούσε να είναι ακόμη υψηλότερος”, πρόσθεσε.
“Εάν ως βιωσιμότητα ορίζεται η δυνατότητα να ανακοπεί αυτή η αύξηση και να σταθεροποιηθεί το χρέος, τότε απαιτείται δημοσιονομική δράση και προσαρμογή”, δήλωσε ο Στσούρεκ. “Είναι πάντα λιγότερο δαπανηρό να κινηθεί κανείς ταχύτερα. Όσο αργότερα ξεκινάς, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσαρμογή”.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης ήταν η χαμηλή παραγωγικότητα, σύμφωνα με το ΔΝΤ, το οποίο κάλεσε τις κυβερνήσεις να άρουν τα εμπόδια στην ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επενδύσουν στην καινοτομία και στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων σε μεγαλύτερη κλίμακα.
“Παρότι βρίσκονται σε εξέλιξη ορισμένες προσπάθειες μεταρρύθμισης, η ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει ανολοκλήρωτη και οι εθνικοί φραγμοί δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις να προσαρμόζονται, να αναπτύσσονται και να αποκτούν πρόσβαση σε μια μεγαλύτερη αγορά”, ανέφερε το ΔΝΤ.
Το Ταμείο κάλεσε επίσης την ΕΕ να συνεχίσει να απομακρύνεται από τα ορυκτά καύσιμα και να στρέφεται προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και να διαφοροποιήσει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού της, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες — πολιτικές που η ΕΕ εφαρμόζει ήδη.


