
Οξύνεται η αντιπαράθεση για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα καθορίσει τη χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού για την περίοδο 2028-2034. Το Σάββατο η ιρλανική προεδρία είχε καταθέσει συμβιβαστική πρόταση, που προβλέπει περικοπές 8% σε σχέση με το αρχικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Λίγο αργότερα ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς απέρριψε την πρόταση ως απαράδεκτη, λέγοντας ότι δεν μπορεί να αποτελέσει “βάση για συμφωνία”.
Περικοπές εκατοντάδων εκατομμυρίων;
Ο καγκελάριος λέει ότι απαιτείται μία πρόταση που θα είναι ρεαλιστική για όσους επωμίζονται το κύριο βάρος της χρηματοδότησης. Τόσο η Γερμανία, όσο και άλλες “φειδωλές” χώρες του Βορρά ζητούν περικοπές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Κάθε μία από αυτές τις χώρες είναι “καθαρός πληρωτής” ή “καθαρός συνεισφορέας” στην ΕΕ, δηλαδή συνεισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό πολύ περισσότερα χρήματα από όσα λαμβάνει μέσω επιδοτήσεων.
Ο καγκελάριος Μερτς διαφωνεί όχι μόνο για το συνολικό ποσό του προϋπολογισμού, αλλά και για τη σημερινή λογική κατανομής των περικοπών. Διότι σήμερα προβλέπονται περικοπές ακόμη και σε τομείς που θεωρητικά θα εμφανίσουν αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες στα επόμενα χρόνια, όπως η ανταγωνιστικότητα, η έρευνα, η άμυνα, η εξωτερική πολιτική και η αναπτυξιακή βοήθεια.
Την ίδια στιγμή, σχεδόν άθικτες παραμένουν οι μεγαλύτερες κατηγορίες δαπανών, δηλαδή τα κονδύλια για τον αγροτικό τομέα και την πολιτική συνοχής, η οποία αποβλέπει στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, ωφελώντας κυρίως τις οικονομικά ασθενέστερες χώρες και περιφέρειες της ΕΕ. Σύμφωνα με τον Μερτς, η σωστή ιεράρχηση και ο εκσυγχρονισμός του προϋπολογισμού είναι μία υπόθεση που αφορά “όλους”, κατά συνέπεια “είμαστε ακόμη πολύ μακριά από την επίτευξη συμφωνίας”.
Δύσκολη η συμφωνία ως το τέλος του 2026
Θεωρητικά η συμφωνία για το προσεχές δημοσιονομικό πλαίσιο πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θεωρείται μάλλον απίθανο με βάση τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι σήμερα.
Στην Αυστρία η υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Κλαούντια Μπάουερ, δηλώνει ότι η τελευταία συμβιβαστική πρόταση εξακολουθεί να απέχει από τα επίπεδα εκείνα, που θεωρούνται αποδεκτά στη Βιέννη. Σημειώνει μάλιστα ότι ήδη σήμερα η Αυστρία, καθώς και άλλες οκτώ χώρες που είναι “καθαροί πληρωτές”, επωμίζονται το 60% του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ και μία αύξηση του ποσοστού αυτού θα ήταν “απαράδεκτη” για τους Αυστριακούς φορολογούμενους.
Στο ίδιο μήκος κύματος η Σουηδέζα υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Τζέσικα Ρόζενκραντς, στηλιτεύει ως “ανάρμοστη” την τελευταία συμβιβαστική πρόταση για τον προϋπολογισμό και απαιτεί “σαφή μείωση” των συνολικών δαπανών. Από την πλευρά του, ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ιρλανδίας, Τόμας Μπάιρν, αντιτείνει ότι “μία πολύ μεγάλη πλειοψηφία” των κρατών μελών δεν δέχεται περαιτέρω περικοπές στις αγροτικές επιδοτήσεις και τη συνοχή και μάλιστα αυτή η πλειοψηφία “περιλαμβάνει και ορισμένους καθαρούς πληρωτές”. Όπως επισημαίνει, σε αυτή τη διαπραγμάτευση “κανείς δεν πρόκειται να κερδίσει όλα όσα θέλει, αλλά πιστεύουμε ότι κάποιο κέρδος θα υπάρχει για όλους”.
“Ανοιχτή συζήτηση” στις Βρυξέλλες
Σήμερα, αλλά και την Παρασκευή όλοι περιμένουν μία “ανοιχτή συζήτηση” για τον προϋπολογισμό στις Βρυξέλλες, στη διάρκεια της συνόδου κορυφής της ΕΕ, σημειώνει το πρακτορείο dpa. Την τελική διαπραγμάτευση αναμένεται να συντονίσει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα.
Ανοιχτά παραμένουν και πολλά ερωτήματα, που αφορούν τους μελλοντικούς “ίδιους πόρους” της ΕΕ. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι στιγμής προβλέπουν ότι αυτοί θα μπορούσαν να προέλθουν από συνεισφορές μεγάλων επιχειρήσεων, από τα έσοδα του εμπορίου ρύπων, καθώς και από την επιβολή εισφοράς στα προϊόντα καπνού ή στα απόβλητα ηλεκτρικών συσκευών. Συμφωνία δεν έχει επέλθει μέχρι στιγμής. Το μεγαλύτερο μέρος του πολευτούς χρηματοδοτικού πλαισίου θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται από τις εθνικές συνεισφορές των κρατών-μελών, οι οποίες ορίζονται ως ένα συγκεκριμένο ποσοστό επί τοις εκατό από το ετήσιο ΑΕΠ τους.
Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, κατά συνέπεια καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό (τελευταία μάλιστα πάνω από το 20% του συνολικού προϋπολογισμού). Παράλληλα βέβαια, είναι μία χώρα που ωφελείται ιδιαίτερα από τη λειτουργία της ενιαίας εσωτερικής αγοράς στην “Ευρώπη των 27”.


