Νέα δεδομένα στην αγορά χρήματος δημιουργεί η τελευταία απόφαση της ΕΚΤ να προχωρήσει σε αναπροσαρμογή των επιτοκίων της, με αξιωματούχους της να αφήνουν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο πρόσθετων κινήσεων προς την ίδια κατεύθυνση μέχρι το τέλος του έτους.
Πλέον, στο πιο πιθανό σενάριο το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της Ευρωτράπεζας από το 2,50% σήμερα θα βρεθεί στο 2,75% στη συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου τον Οκτώβριο και στο 3% το Δεκέμβριο.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το ρίσκο σημαντικής αύξησης των προβλέψεων για κόκκινα δάνεια δεν είναι μεγάλο
Πρόκειται για εκτίμηση διαφορετική σε σχέση με τις υποθέσεις βάσει των οποίων έχουν καταρτιστεί οι στόχοι των τραπεζικών ομίλων, τόσο για την εφετινή όσο και για την επόμενη χρήση.
Οι τράπεζες και τα επιτόκια της ΕΚΤ
Συγκεκριμένα, στα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα business plans, ο σχετικός δείκτης προβλεπόταν ότι θα διαμορφωθεί στα τέλη του 2026 σε 2,25% ή 2,50%.
Οι προβλέψεις τους πλέον έχουν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επερχόμενη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων γ΄ τριμήνου 2026 από τις τράπεζες.
Οι διοικήσεις τους θα κληθούν να παρουσιάσουν στους αναλυτές επικαιροποιημένες εκτιμήσεις για την εξέλιξη των βασικών τους μεγεθών, υπό το πρίσμα ενός διαφορετικού επιτοκιακού περιβάλλοντος.
Οι επιδράσεις
Αναμφίβολα, η ενίσχυση των δεικτών της ΕΚΤ θα επιδράσει θετικά στα έντοκα έσοδα από το υφιστάμενο δανειακό χαρτοφυλάκιο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του είναι ευθέως συνδεδεμένο με τους δείκτες euribor.
Οι τελευταίοι έχουν ήδη κινηθεί ανοδικά από την περασμένη Παρασκευή, με τους αναλυτές να βλέπουν συνέχιση αυτής της πορείας τις ερχόμενες εβδομάδες, καθώς θα προεξοφλούνται οι επόμενες αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ.
Εφόσον επαληθευτεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη, το εισόδημα από τόκους θα ενισχυθεί κι αυτό θα πρέπει να αποτυπωθεί στους επιχειρησιακούς στόχους των τραπεζών.
Φυσικά, η επίδραση δεν είναι μόνο θετική. Μπορεί να είναι και αρνητική.

Ειδικότερα, όπως αναφέρουν αναλυτές, η άνοδος του κόστους χρήματος, δύναται να ασκήσει πίεση στα αποτελέσματα των πιστωτικών ιδρυμάτων ως εξής:
– Πρώτον, να οδηγήσει σε αύξηση του πιστωτικού κινδύνου λόγω των υψηλότερων δόσεων, οι οποίες θα προκύψουν για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν επιλέξει προγράμματα κυμαινόμενου επιτοκίου.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το ρίσκο σημαντικής αύξησης των προβλέψεων για κόκκινα δάνεια δεν είναι μεγάλο.
Υπενθυμίζουν την καλή συμπεριφορά στις χορηγήσεις κατά την περίοδο του ακριβού χρήματος, από την άνοιξη του 2023 μέχρι και τις αρχές του 2025.
Σε αυτό το διάστημα οι αθετήσεις πληρωμών κινήθηκαν σε επίπεδα απολύτως ανεκτά, αλλά και απορροφήσιμα για το σύστημα, λόγω της ισχυρής κερδοφορίας.
Επιπλέον σημειώνουν πως αν χρειαστεί είναι δυνατή η ενεργοποίηση προγράμματος προστασίας των φυσικών προσώπων που αποπληρώνουν εμπρόθεσμα οικιστικά δάνεια.
«Η σχετική τεχνογνωσία υπάρχει ήδη» τονίζουν χαρακτηριστικά.
– Δεύτερον, να μειώσει τη ζήτηση για χρηματοδοτήσεις.
Σύμφωνα με αναλυτές, για την πιστωτική επέκταση έχει πολύ μεγάλη σημασία που θα σταματήσει η άνοδος των επιτοκίων και πότε θα ξεκινήσει η αποκλιμάκωσή τους.
Το κόστος χρήματος και η ΕΚΤ
Όπως αναφέρουν, αν η νέα οροφή είναι το 2,75% ή το 3%, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν ένα μέρος έστω των αυξήσεων στο κόστος χρήματος, προκειμένου να διατηρήσουν τους τρέχοντες υψηλούς ρυθμούς στις εκταμιεύσεις.
«Αν όμως κινηθούν τα επιτόκια σε πιο υψηλά επίπεδα, θα μπορούσε να τεθεί σε αμφιβολία η πρόβλεψη για μέσο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης της τάξης του 7% – 8% την επόμενη τριετία», σχολιάζουν οι ίδιοι κύκλοι.
Χαρακτηρίζουν πάντως σημαντικό το γεγονός ότι οι αξιολογήσεις των συστημικών ομίλων έχουν επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα. Αυτό όπως λένε τους επιτρέπει να αντλούν ρευστότητα από τις αγορές με όσο το δυνατόν πιο ευνοϊκούς όρους.
Επιπλέον, δεν ασκείται προς ώρας πίεση για αυξήσεις των επιτοκίων στις καταθέσεις.
Ως εκ τούτου, οι τράπεζες έχουν τα περιθώρια να παίξουν άμυνα και να κρατήσουν το κόστος των δανείων στην Ελλάδα σε όσο το δυνατόν πιο χαμηλά επίπεδα.


