Ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις, τους εμπορικούς δασμούς και την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους εξακολουθεί να επιδεικνύει ο μεταποιητικός τομέας της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της S&P Global. Ωστόσο, η επιβάρυνση του κόστους παραγωγής και οι δυσκολίες στην προμήθεια πρώτων υλών αρχίζουν να περιορίζουν τα περιθώρια κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) για τη μεταποίηση στην Ευρωζώνη υποχώρησε τον Οκτώβριο στις 52,7 μονάδες, από 52,9 μονάδες τον Σεπτέμβριο, όταν είχε καταγράψει την υψηλότερη επίδοση από τον Μάιο του 2022.
Παρά τη μικρή υποχώρηση, η τελική μέτρηση διαμορφώθηκε υψηλότερα από την προκαταρκτική εκτίμηση των 52,4 μονάδων, ενώ παρέμεινε αισθητά πάνω από το όριο των 50 μονάδων, που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες εξακολουθούν να αντέχουν στους κραδασμούς από τους εμπορικούς περιορισμούς, τις πολεμικές συγκρούσεις και το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Ωστόσο, η νέα άνοδος των τιμών των εισροών ενισχύει τις πληθωριστικές ανησυχίες και επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο περαιτέρω νομισματικής σύσφιγξης από την ΕΚΤ.
“Μια ακόμη ισχυρή μέτρηση του PMI παρατείνει την καλύτερη περίοδο ανάπτυξης της μεταποίησης στην Ευρωζώνη εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια”, δήλωσε ο Κρις Γουίλιαμσον, επικεφαλής οικονομολόγος επιχειρήσεων της S&P Global Market Intelligence.
Όπως σημείωσε, η διατήρηση της ανάπτυξης από τον Φεβρουάριο συνιστά ενθαρρυντική ένδειξη ανθεκτικότητας για τον βιομηχανικό κλάδο, ο οποίος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με τις επιπτώσεις των δασμών, των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, καθώς και με τις αναταράξεις που έχουν προκαλέσει στο κόστος και στην ομαλή τροφοδοσία των επιχειρήσεων.
Νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους και πιέσεις στην ΕΚΤ
Το ενεργειακό περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα επιβαρυμένο, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αργού πετρελαίου να διαπραγματεύονται πάνω από τα 116 δολάρια το βαρέλι, περίπου 60% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών μεταφέρεται σταδιακά στο συνολικό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και εντείνοντας τις πιέσεις στις τιμές των τελικών προϊόντων.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια την περασμένη εβδομάδα, όπως αναμενόταν. Ωστόσο, οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters τον προηγούμενο μήνα εκτίμησαν ότι η επόμενη κίνηση θα μπορούσε να είναι μια νέα αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο.
Παράλληλα, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να αποχωρήσει από τη θέση της τον προσεχή Φεβρουάριο.
Επιβραδύνονται οι νέες παραγγελίες, ισχυρές οι εξαγωγές
Στο μέτωπο της ζήτησης, οι συνολικές νέες παραγγελίες προς τα εργοστάσια αυξήθηκαν τον Οκτώβριο με βραδύτερο ρυθμό, παρά την ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση των εξαγωγών.
Ειδικότερα, οι νέες παραγγελίες από το εξωτερικό κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων τεσσεράμισι και πλέον ετών, προσφέροντας σημαντική στήριξη στη μεταποιητική δραστηριότητα.
Από τις οκτώ χώρες της Ευρωζώνης που παρακολουθεί η έρευνα, οι έξι κατέγραψαν ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Γαλλία και η Ιταλία αποτέλεσαν τις δύο εξαιρέσεις, εμφανίζοντας ασθενέστερη εικόνα.
Παράλληλα, η παραγωγή των εργοστασίων επιβραδύνθηκε σε χαμηλό τεσσάρων μηνών, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις 52,8 μονάδες, από 53,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο. Παρά την πτώση, παρέμεινε πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο της έρευνας.
Θετική ένδειξη αποτελεί, πάντως, η συνέχιση της αύξησης της απασχόλησης, καθώς οι μεταποιητικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε νέες προσλήψεις για τρίτο διαδοχικό μήνα.
Στο υψηλότερο επίπεδο πενταμήνου το κόστος παραγωγής
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η επιτάχυνση του κόστους λειτουργίας των βιομηχανιών. Τον Οκτώβριο, οι λειτουργικές δαπάνες των εργοστασίων αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων πέντε μηνών, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στις υψηλότερες τιμές ενέργειας και στα προβλήματα στην προμήθεια πρώτων υλών.
Οι επιχειρήσεις αντέδρασαν μετακυλίοντας σημαντικό μέρος των αυξημένων δαπανών στις τιμές πώλησης των προϊόντων τους, οι οποίες κατέγραψαν ισχυρή άνοδο, με τον ρυθμό αύξησης να παραμένει σε γενικές γραμμές αμετάβλητος σε σχέση με τον Σεπτέμβριο.
“Ο πληθωρισμός του κόστους των εισροών επιταχύνθηκε εκ νέου σημαντικά τον Οκτώβριο, φθάνοντας σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τετραετίας, εξαιτίας των αυξημένων ενεργειακών τιμών και των σημείων συμφόρησης στην εφοδιαστική αλυσίδα”, ανέφερε ο Γουίλιαμσον.
Όπως προειδοποίησε, τα τελευταία στοιχεία του PMI ενισχύουν τις πιέσεις προς την ΕΚΤ για νέες αυξήσεις επιτοκίων τους επόμενους μήνες, προσθέτοντας ένα ακόμη εμπόδιο στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα εντάθηκαν τον Οκτώβριο, με τους χρόνους παράδοσης των προμηθευτών να επιδεινώνονται στο χειρότερο επίπεδο από τον Ιούνιο.
Ως αντίδραση, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αύξησαν τις αγορές πρώτων υλών με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων σχεδόν τεσσεράμισι ετών, ενώ προχώρησαν και σε αποθεματοποίηση πρώτων υλών για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022.


