Η πλέον καθοριστική εξέλιξη του Τρίτου Πολέμου του Κόλπου δεν ήταν στρατιωτική. Ήταν, εν μέσω μιας εύθραυστης κατάπαυσης του πυρός, οι συνεχιζόμενες μέχρι την Πέμπτη επικήδειες τελετές σε διαφορετικές πόλεις του Ιράν για τον δολοφονηθέντα ανώτατο ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ, με τη συμμετοχή εκατομμυρίων πενθούντων.
Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Ρόμπερτ Πέιπ (Pape), αναδεικνύοντας δύο παραμέτρους: πρώτον ότι βρισκόμαστε στο μέσον αυτού που ο ίδιος αποκαλεί Παγίδα Κλιμάκωσης και η ισχύουσα κατάπαυση του πυρός δεν ισοδυναμεί με ολοκλήρωση και τερματισμό του πολέμου που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου. Και δεύτερον, ότι ο συνολικός συσχετισμός κρίνεται όχι μόνο διά των όπλων, αλλά και από την εσωτερική πολιτική ισχύ της κάθε πλευράς.
Όπως τονίζει στο Substack ο Αμερικανός καθηγητής, οι πόλεμοι είναι σε τελική ανάλυση πολιτικές διαμάχες εξουσίας και συμφερόντων – όχι απλώς στρατιωτικές διαμάχες καταστροφής στο πεδίο της μάχης. Οι αεροπορικές επιδρομές, οι κυρώσεις και οι διαπραγματεύσεις έχουν όλες σημασία. Αλλά έχουν σημασία, επειδή αλλάζουν την υποκείμενη ισορροπία μόχλευσης. Μέχρι να καταλήξουν οι κύριοι δρώντες σε κάποια κοινή κατανόηση αυτής της ισορροπίας, οι περίοδοι φαινομενικής ηρεμίας συχνά μετατρέπονται σε παύσεις πριν από τον επόμενο κύκλο πίεσης.
Το ότι η αμερικανική πλευρά έχει οπισθοχωρήσει δεν είναι αρκετό. Κατά τον Πέιπ, το Ιράν είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας με τους δικούς του στόχους, τις δικές του πηγές μόχλευσης και τη δική του θεωρία περί νίκης. Μόλις η σύγκρουση εισήλθε στο μεσαίο στάδιο της Παγίδας Κλιμάκωσης, η Τεχεράνη (όχι η Ουάσινγκτον) έγινε όλο και πιο πιθανό να καθορίσει τον ρυθμό της κλιμάκωσης, επειδή διαθέτει τα ισχυρότερα κίνητρα για να διατηρήσει την πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενόσω οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας παραμένουν ευάλωτες.
Σε αυτό το τοπίο η κηδεία Χαμενεΐ, η μεγαλύτερη δημόσια συγκέντρωση στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, λειτουργεί καταλυτικά.
Τα περισσότερα σχόλια αντιμετωπίζουν την κηδεία ως πολιτικό θέαμα. Αυτό, επισημαίνει ο Πέιπ, παραβλέπει τη στρατηγική διάσταση. Το σημαντικό εδώ είναι το πώς αλλάζει η διαπραγματευτική θέση της Τεχεράνης.
Οι μαζικές επιδείξεις εθνικιστικής αποφασιστικότητας δεν αλλάζουν τη στρατιωτική ισχύ από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλάζουν όμως τα πολιτικά κίνητρα που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις διαπραγματεύονται, κλιμακώνουν και απορροφούν τον οικονομικό πόνο.
Αυτή η πολιτική αλλαγή, που επέφερε η κηδεία, αυξάνει συνεπώς την πιθανότητα ενός παγκόσμιου οικονομικού σοκ τον Αύγουστο.
Επί μήνες ο Πέιπ υποστήριζε ότι η επιρροή του Ιράν θα αυξανόταν σταθερά, καθώς τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου θα μειώνονταν τον Αύγουστο. Αυτό που άλλαξε το Σαββατοκύριακο δεν είναι το οικονομικό χρονοδιάγραμμα. Είναι η πολιτική αυτοπεποίθηση της Τεχεράνης. Οι ηγέτες που προηγουμένως μπορεί να ανησυχούσαν για το εγχώριο κόστος της παρατεταμένης αντιπαράθεσης έχουν τώρα γίνει μάρτυρες μιας εξαιρετικής δημόσιας επίδειξης εθνικιστικής αλληλεγγύης. Αυτό καθιστά ευκολότερο (όχι δυσκολότερο) το να απαιτήσουν περισσότερα.
Ενόσω όλοι παρακολουθούν την κατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Χομούζ, αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι οι απαιτήσεις του Ιράν – με συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από την Τεχεράνη.
Αυτό σημαίνει ότι η προβολή πιο σκληρών διαπραγματευτικών απαιτήσεων από μέρους του Ιράν είναι πλέον πιο πιθανή, ακριβώς τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία πλησιάζει στην πιο ευάλωτη περίοδό της. Οι επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες μπορεί να καθορίσουν εάν ο Αύγουστος θα φέρει αυξημένες τιμές ενέργειας ή ένα πραγματικό παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Το στρατηγικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν θα ξαναρχίσουν. Είναι αν υπάρχουν πλέον οι πολιτικές συνθήκες ώστε το Ιράν να πιέσει για ουσιαστικά μεγαλύτερες παραχωρήσεις ακριβώς τη στιγμή που ο χρόνος αρχίζει να λειτουργεί υπέρ του.
Άλλωστε, η εμπορική κίνηση έχει ανακάμψει μόνο σταδιακά, ενώ η στρατηγική αβεβαιότητα συνεχίζει να κρατά τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις αγορές ενέργειας σε αγωνία.
Η παύση φαίνεται να είναι ένα ακόμη στάδιο στη διαδικασία κλιμάκωσης και όχι η αρχή της αποκλιμάκωσης, καταλήγει ο Πέιπ.
Κ.Ρ.


