Για πρώτη φορά μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υπερκερδοφορίας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπαίνει σε φάση πραγματικής δοκιμασίας. Τα υψηλά επιτόκια, που λειτούργησαν ως φυσικός ενισχυτής των καθαρών επιτοκιακών εσόδων, δεν αποτελούν πλέον δεδομένο. Η ΕΚΤ έχει ολοκληρώσει τον κύκλο σύσφιξης και η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από το «πότε θα αυξηθούν ξανά» στο «πόσο γρήγορα θα μειωθούν». Αυτό από μόνο του αλλάζει ριζικά τη δομή εσόδων των τραπεζών, ιδίως σε μια χώρα όπου η κερδοφορία στηρίχθηκε περισσότερο στο επιτόκιο και λιγότερο στον όγκο των δανείων.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, το funding περνά από το περιθώριο στο επίκεντρο της στρατηγικής. Οι τράπεζες δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στην αδράνεια των καταθετών. Η ρευστότητα παύει να είναι «αυτονόητη» και μετατρέπεται ξανά σε πεδίο ανταγωνισμού, σχεδιασμού και ρίσκου.
Τι σημαίνει πραγματικά «κυνήγι καταθέσεων 2.0»
Το πρώτο κύμα ανταγωνισμού στις καταθέσεις ήταν αμυντικό. Αφορούσε τη διατήρηση της ρευστότητας σε μια περίοδο όπου τα επιτόκια ανέβαιναν και οι καταθέτες άρχισαν να συγκρίνουν. Το δεύτερο κύμα, αυτό που εξελίσσεται σήμερα, είναι επιθετικό και στρατηγικό.
Δεν περιορίζεται στην απόδοση ενός προθεσμιακού. Εστιάζει στη συμπεριφορά του καταθέτη, στη διάρκεια της σχέσης του με την τράπεζα και στη συνολική του αξία ως πελάτη. Οι τράπεζες επιδιώκουν καταθέσεις με μεγαλύτερο «βάθος», λιγότερη μεταβλητότητα και δυνατότητα μετατροπής σε επενδυτικό ή ασφαλιστικό προϊόν. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπει το χρήμα, αλλά να μείνει – και να δουλέψει.
Το τέλος της «δωρεάν» ρευστότητας
Για χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες απολάμβαναν μια ιδιότυπη πολυτέλεια: τεράστιο απόθεμα καταθέσεων χαμηλού κόστους, με ελάχιστη ανάγκη ανταγωνισμού. Αυτό το πλεονέκτημα τροφοδότησε τα κέρδη της τελευταίας διετίας. Όμως το μοντέλο αυτό αρχίζει να φθείρεται.
Οι καταθέτες δεν είναι πια παθητικοί. Τα έντοκα γραμμάτια, τα κρατικά ομόλογα, τα αμοιβαία κεφάλαια και ακόμη και οι fintech πλατφόρμες δημιουργούν εναλλακτικές. Το χρήμα αποκτά κινητικότητα και η κινητικότητα σημαίνει κόστος. Όσο οι τράπεζες καθυστερούν να προσαρμοστούν, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος απώλειας μεριδίων καταθέσεων ή ανάγκης για απότομες, ακριβές κινήσεις.
Οι τρεις γραμμές άμυνας των τραπεζών
Η απάντηση των τραπεζών δεν είναι μονοδιάστατη. Χτίζεται πάνω σε τρεις συμπληρωματικούς άξονες.
Πρώτον, η επανατιμολόγηση γίνεται με προσοχή. Οι διοικήσεις γνωρίζουν ότι ένας «πόλεμος επιτοκίων» θα έπληττε άμεσα το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο. Γι’ αυτό επιλέγουν στοχευμένες προσφορές, προσωποποιημένα προϊόντα και διαφοροποίηση ανάλογα με το προφίλ του πελάτη.
Δεύτερον, η στρατηγική του bundling αποκτά κεντρικό ρόλο. Οι καταθέσεις συνδέονται με επενδυτικές λύσεις, ασφαλιστικά προϊόντα και υπηρεσίες διαχείρισης πλούτου. Η τράπεζα δεν ανταγωνίζεται μόνο για το επιτόκιο, αλλά για το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα του πελάτη.
Τρίτον, το ψηφιακό κανάλι γίνεται εργαλείο χρηματοδότησης. Όσο πιο «δεμένος» είναι ο πελάτης με το app και τις υπηρεσίες της τράπεζας, τόσο μικρότερη η πιθανότητα μετακίνησης κεφαλαίων. Η τεχνολογία μετατρέπεται σε ασπίδα έναντι της εκροής καταθέσεων.
Ο ρόλος του RRF αλλάζει χαρακτήρα
Το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως καταλύτης την προηγούμενη περίοδο. Πρόσφερε φθηνή χρηματοδότηση και μείωσε το ρίσκο νέων δανείων. Όμως δεν ήταν ποτέ μόνιμη λύση. Καθώς οι εκταμιεύσεις ωριμάζουν και το πρόγραμμα περνά στην τελική του φάση, οι τράπεζες δεν μπορούν να το αντιμετωπίζουν ως σταθερή πηγή funding.
Η μετάβαση αυτή αναγκάζει τις διοικήσεις να επιστρέψουν στα βασικά: ισχυρή καταθετική βάση και πρόσβαση στις αγορές. Το RRF παραμένει σημαντικό, αλλά δεν μπορεί να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό της επόμενης δεκαετίας.
Αγορές κεφαλαίου και εναλλακτικό funding
Παράλληλα με τις καταθέσεις, ενισχύεται και η παρουσία των τραπεζών στις αγορές. Εκδόσεις senior preferred, covered bonds και εργαλεία MREL αποτελούν πλέον μόνιμο στοιχείο της στρατηγικής. Αυτές οι κινήσεις ενισχύουν την ανθεκτικότητα του συστήματος, αλλά έχουν σαφές κόστος.
Το πρόβλημα είναι απλό: όσο αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης από τις αγορές, τόσο μεγαλύτερη πίεση ασκείται στα περιθώρια. Χωρίς αύξηση του όγκου των δανείων ή των προμηθειών, το funding μετατρέπεται από πλεονέκτημα σε βαρίδι.
Τι αλλάζει για τους καταθέτες
Για τους καταθέτες, η αλλαγή είναι αισθητή. Οι επιλογές πολλαπλασιάζονται και οι τράπεζες εμφανίζονται πιο δεκτικές στη διαπραγμάτευση. Η εποχή του «πάρε ό,τι σου δίνουμε» έχει τελειώσει.
Ωστόσο, η απόφαση δεν θα είναι μόνο οικονομική. Η ασφάλεια, η αξιοπιστία, η ποιότητα των υπηρεσιών και η συνολική εμπειρία παίζουν πλέον καθοριστικό ρόλο. Το επιτόκιο είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι το μοναδικό κριτήριο.
Το funding ως στρατηγικό στοίχημα
Το funding μετατρέπεται σε βασικό δείκτη επιτυχίας. Οι τράπεζες που θα καταφέρουν να συγκρατήσουν καταθέσεις με λογικό κόστος, να αξιοποιήσουν τις αγορές χωρίς υπερβολές και να ενισχύσουν τα μη επιτοκιακά έσοδα, θα είναι αυτές που θα αντέξουν στη μετα-επιτοκιακή εποχή.
Οι υπόλοιπες κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε ένα μοντέλο υψηλού κόστους και φθίνουσας κερδοφορίας.
Συμπέρασμα
Το «κυνήγι καταθέσεων 2.0» δεν είναι μια παροδική φάση. Είναι η φυσική εξέλιξη ενός τραπεζικού συστήματος που περνά από την εποχή των εύκολων κερδών στην εποχή της σύνθετης στρατηγικής. Η ρευστότητα γίνεται ξανά πολύτιμη, ακριβή και απαιτητική στη διαχείριση.
Για τις ελληνικές τράπεζες, το στοίχημα δεν είναι απλώς να κρατήσουν καταθέσεις. Είναι να χτίσουν ένα funding model που θα αντέξει όταν τα επιτόκια πάψουν να συγχωρούν τα λάθη. Αυτό θα κρίνει ποιοι θα μπουν ισχυροί στη νέα δεκαετία και ποιοι θα μείνουν πίσω.


