Του Κώστα Ράπτη
Το αρχιπέλαγος Τσάγκος αποτελείται από 60 νησίδες σε έξι ατόλες στον Ινδικό Ωκεανό. Το 1814 παραδόθηκε από τους Γάλλους στους Βρετανούς. Το 1903 το αρχιπέλαγος αποσπάσθηκε διοικητικά από τις Σεϋχέλλες και υπήχθη στον Μαυρίκιο. Το 1965 το Λονδίνο συγκρότησε ως ξεχωριστή οντότητα την Βρετανική Επικράτεια Ινδικού Ωκεανού, ενόψει της ανεξαρτητοποίησης του Μαυρικίου, προς τον οποίο δόθηκε χρηματική αποζημίωση και υπόσχεση επιστροφής του αρχιπελάγους, εάν αυτό πάψει να εξυπηρετεί στρατιωτικές ανάγκες της Βρετανίας. Το 1971 κατόπιν συμφωνίας ΗΠΑ-Βρετανίας δημιουργήθηκε στο μεγαλύτερο από τα νησιά η κοινή στρατιωτική βάση του Ντιέγκο Γκαρσία, η οποία εποπτεύει όλο τον Ινδικό Ωκεανό και έπαιξε κρίσιμο ρόλο στους πολέμους του Αφγανιστάν (2001) και του Ιράκ (2003), καθώς και στις μυστικές αεροπορικές μεταγωγές κρατουμένων της CIA.
Η δημιουργία της βάσης συνοδεύθηκε από εθνοκάθαρση, καθώς μεταξύ 1967 και 1973 απομακρύνθηκαν βίαια προς τον Μαυρίκιο οι περίπου χίλιοι ντόπιοι κάτοικοι του αρχιπελάγους και απαγορεύθηκε η επανεγκατάστασή τους. Ωστόσο, τέσσερις εξ αυτών επέστρεψαν δίχως άδεια στη νήσο Île du Coin στις 16 Φεβρουαρίου 2026 και απέσπασαν δικαστική απόφαση παρεμπόδισης της απέλασής τους.
Η τύχη των Τσάγκος αποτέλεσε αντικείμενο μεγάλων δικαστικών διαμαχών. Το 2015 το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο (PCA) της Χάγης έκρινε, μετά από προσφυγή του Μαυρικίου, ως αντίθετη προς τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) την ανακήρυξη πέντε χρόνια νωρίτερα από τη Βρετανία στο αρχιπέλαγος Τσάγκος προστατευόμενης θαλάσσιας περιοχής με έκταση μεγαλύτερη λ.χ. από της Γαλλίας.
Παράλληλα, ομάδα εκτοπισμένων πρώην κατοίκων του αρχιπελάγους διεκδίκησαν, αρχικά στην βρετανική δικαιοσύνη και από το 2010 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τον επαναπατρισμό και την αποζημίωσή τους.
Οι δικαστικές διαμάχες συνεχίστηκαν το 2012 σχετικά με το δικαίωμα επιστροφής των εκτοπισμένων νησιωτών και τις διεκδικήσεις κυριαρχίας του Μαυρικίου. Επιπλέον, η υπεράσπιση των Τσαγκόσιων συνεχίζεται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη.
Το 2014, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διεξήγαγε μελέτη σκοπιμότητας για την Επανεγκατάσταση του Βρετανικού Εδάφους του Ινδικού Ωκεανού από συμβούλους της KPMG, αλλά τον Νοέμβριο του 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο επανέλαβε ότι δεν θα επέτρεπε στους κατοίκους να επιστρέψουν στα νησιά.
Τον Ιούλιο του 2021, η οργάνωση Chagos Refugees Group UK υπέβαλε καταγγελία στην ιρλανδική κυβέρνηση κατά διαχειριστών του διαδικτυακού domain με κωδικό χώρας .io (δηλαδή, Ινδικός Ωκεανός).
Το 2018, ο Μαυρίκιος έφερε το θέμα της κυριαρχίας επί του αρχιπελάγους στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) της Χάγης για γνωμοδότηση, παρά τις βρετανικές αντιρρήσεις.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2019, το Διεθνές Δικαστήριο γνωμοδότησε ότι κατά τη στιγμή της αποσύνδεσής του από τον Μαυρίκιο το αρχιπέλαγος Τσάγκος ήταν σαφώς αναπόσπαστο μέρος αυτής της μη αυτοδιοικούμενης περιοχής και ότι η αποσύνδεση δεν βασιζόταν στην ελεύθερη και γνήσια έκφραση της βούλησης του ενδιαφερόμενου λαού. Συνεπώς, η διαδικασία αποαποικιοποίησης του Μαυρικίου δεν ολοκληρώθηκε νόμιμα όταν ο Μαυρίκιος απέκτησε την ανεξαρτησία του το 1968 και η συνεχιζόμενη διοίκηση του αρχιπελάγους Τσάγκος από το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί παράνομη πράξη.
Στις 22 Μαΐου 2019, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών συζήτησε και ενέκρινε (με ψήφους 116 υπέρ, 5 κατά και 56 αποχές) ψήφισμα που επιβεβαίωνε ότι το αρχιπέλαγος Τσάγκος “αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εδάφους του Μαυρικίου” και απαιτούσε από το Ηνωμένο Βασίλειο “να αποσύρει την αποικιακή του διοίκηση άνευ όρων εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες”.
Στις 28 Ιανουαρίου 2021, το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS) επιβεβαίωσε την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου και διέταξε τη Βρετανία να παραδώσει το Αρχιπέλαγος Τσάγκος στον Μαυρίκιο.
Στις 3 Νοεμβρίου 2022, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κλέβερλι ανακοίνωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Μαυρίκιος αποφάσισαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την κυριαρχία επί του Βρετανικού Εδάφους του Ινδικού Ωκεανού, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες διεθνείς νομικές διαδικασίες. Και τα δύο κράτη συμφώνησαν να διασφαλίσουν τη συνεχή λειτουργία της κοινής στρατιωτικής βάσης Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ στο Ντιέγκο Γκαρσία.
Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων από τις δύο κυβερνήσεις ανακοινώθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2024, χωρίς ωστόσο να συμπεριληφθούν οι Τσαγκόσιοι στην διαδικασία και να διασφαλισθούν τα δικαιώματά τους. Εξ ου και προσέφυγαν στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών τον Ιούνιο του 2025.
Στην απόφαση αντιδρούν επίσης οι Μαλδίβες, λόγω των δικών τους διεκδικήσεων για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2025, μιλώντας στο Οβάλ Γραφείο μαζί με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να υποστηρίξει τη συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριαρχίας των Νήσων Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Τον Απρίλιο, ο Τραμπ υπέγραψε τη συμφωνία.
Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η στρατηγική ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία και η γύρω ζώνη ασφαλείας μήκους 39 χιλιομέτρων (24 μίλια) μισθώνονται αμέσως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή η ρύθμιση επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας της κοινής βάσης Ηνωμένου Βασιλείου/ΗΠΑ στο νησί για τα επόμενα 99 χρόνια, με μια επιπλέον 40ετή παράταση και ένα επακόλουθο δικαίωμα πρώτης άρνησης. Ο Μαυρίκιος θα λαμβάνει ετήσιο ενοίκιο 165 εκατομμυρίων λιρών από το Ηνωμένο Βασίλειο για τα πρώτα τρία χρόνια, ακολουθούμενο από 120 εκατομμύρια λίρες ετησίως για τα επόμενα δέκα χρόνια. Στη συνέχεια, η ετήσια πληρωμή των 120 εκατομμυρίων λιρών θα προσαρμοστεί στον πληθωρισμό.
Στις 5 Ιανουαρίου 2026, Συντηρητικά μέλη της Βουλής των Λόρδων επέβαλαν τροπολογία για διακοπή των πληρωμών, εάν “η χρήση της βάσης για στρατιωτικούς σκοπούς καταστεί αδύνατη”.
Στις 20 Ιανουαρίου 2026, παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνήσει προηγουμένως, ο Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε την συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-Μαυρικίου, διότι συμπεριλαμβάνει και το Ντιέγκο Γκαρσία. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για “πράξη μεγάλης ηλιθιότητας” που βλάπτει την εθνική ασφάλεια και ωφελεί αντιπάλους, όπως η Κίνα και η Ρωσία. Χρησιμοποίησε δε το εν λόγω παράδειγμα, για να δικαιολογήσει την προσπάθειά του να αποκτήσει τη Γροιλανδία. Αργότερα δεν παρέλειψε να τονίσει τη σημασία του Ντιέγκο Γκαρσία για μία επέμβαση κατά του Ιράν.
Οι ομοιότητες με την περίπτωση της Κύπρου είναι προφανείς. Η διατήρηση, βάσει των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, των “κυρίαρχων” βρετανικών βάσεων της Δεκέλειας και του Ακρωτηρίου (οι οποίες δεν αποτελούν τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε, μετά το Brexit, της Ε.Ε.) συνιστά περίπτωση ανολοκλήρωτης αποαποικιοποίησης, όπως την ορίζουν τα όργανα του ΟΗΕ.
Οι δε βάσεις της Κύπρου αποτελούν μαζί με το Ντιέγκο Γκαρσία, τις σημαντικότερες υπερπόντιες βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κρίσιμες για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής, τις οποίες έφερε ακριβώς στο προσκήνιο η αρχική απροθυμία της κυβέρνησης Στάρμερ να τις θέσει στην υπηρεσία της αμερικανο – ισραηλινής επέμβασης στο Ιράν. Με δεδομένο το ότι το αρχιπέλαγος Τσάγκος βρίσκεται εκτός του βεληνεκούς των ιρανικών πυραύλων, η αποστολή drones από τον Λίβανο κατά του Ακρωτηρίου (συγχρονισμένη με το διάγγελμα Στάρμερ περί συστράτευσης στην αμερικανική πολεμική προσπάθεια) δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί.


