
Αναστοχαστικά, μπορεί κανείς να πει σίγουρα ότι δεν ήταν μία συνετή επιλογή της Deutsche Bank να συνάψει επιχειρηματικές σχέσεις με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Ο καταδικασμένος βιαστής και παιδόφιλος φέρεται να διατηρούσε περίπου 40 λογαριασμούς στο γερμανικό ίδρυμα, όπου διαχειριζόταν επίσης μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Πρόκειται για μία αποκάλυψη που έχει σοβαρές επιπτώσεις για τη μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα.
Στις 4 Φεβρουαρίου, μετά τη δημοσιοποίηση των πρώτων πληροφοριών από τα αρχεία Έπστιν, η μετοχή της υποχώρησε, σύμφωνα με το Wallstreet Online, κατά 5,49%.
Η Deutsche Bank και η προϊστορία της στις ΗΠΑ
Μέχρι στιγμής, πολλοί γνωστοί και ισχυροί παράγοντες διεθνώς έχουν βρεθεί στη δίνη των ερευνών για την υπόθεση Έπστιν. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο αυτό εμφανίζεται και η γερμανική τράπεζα, Deutsche Bank, προκαλεί σε πρώτο επίπεδο αμηχανία. Κάτι που,αν το εντάξει κανείς στο ευρύτερο πλαίσιο της νεότερης ιστορίας της τράπεζας στις ΗΠΑ και τις δικαστικές διαμάχες, γίνεται και εύκολα κατανοητό: Όταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα έχει ήδη βρεθεί στο στόχαστρο για αδιαφανείς συναλλαγές και χειραγώγηση της αγοράς, η εμπιστοσύνη απέναντί του είναι σίγουρα κλονισμένη.
Όπως και όλοι οι άλλοι, έτσι και η Deutsche Bank εκφράζει τη λύπη της για τη στάση της. Στις 9 Φεβρουαρίου, το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων επικαλέστηκε δηλώσεις εκπροσώπου της τράπεζας: “Όπως επισημαίνουμε επανειλημμένα από το 2020, η τράπεζα αναγνωρίζει το λάθος της που αποδέχθηκε τον Τζέφρι Έπσταϊν ως πελάτη το 2013”.
Τουλάχιστον για την ώρα, στην τράπεζα δεν αποδίδεται κάποια κατηγορία για στελέχη που συμμετείχαν σε κάποιο από τα διαβόητα “πάρτι” του Έπσταϊν ή για επισκέψεις τους το ιδιωτικό του νησί. Υπό αυτή την έννοια, τα προβλήματα της τράπεζας φαίνεται να είναι κυρίως ηθικής φύσης.
Η DW μίλησε με τον οικονομικό ηθικολόγο και φιλόσοφο Μπέρντ Βίλχαουερ, από το Ινστιτούτο Παγκόσμιου Ήθους του Πανεπιστημίου στο Τίμπινγκεν. Και αυτός διατυπώνει ξεκάθαρα την άποψη ότι “οι τράπεζες έχουν υποχρέωση να εξετάζουν το περιβάλλον των επιχειρηματικών τους εταίρων”, και μάλιστα “ανεξάρτητα από τη νομοθεσία και τους κανόνες συμμόρφωσης”. Ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρεί πως “θα έπρεπε πράγματι να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε κάποιον όπως ο Έπσταϊν, ακόμη και στη σύναψη μίας συνεργασίας ή την υποστήριξη των συναλλαγών του μέσω λογαριασμών – ειδικά εφόσον επρόκειτο για σημαντικά ποσά”.
Σύμφωνα με την οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, η τράπεζα γνώριζε πολύ καλά με ποιον συναλλασσόταν. Η Deutsche Bank ξεκίνησε τη συνεργασία της με τον Έπσταϊν αφού η προηγούμενη τράπεζά του, η JPMorgan, διέκοψε τις σχέσεις μαζί του. Εν συνεχεία, η JPMorgan κατέβαλε 290 εκατομμύρια δολάρια, σε πλαίσιο συμβιβασμού, προς τα θύματα των κακοποιήσεών του.
Ο Μπέρντ Βίλχαουερ αποφεύγει να διατυπώσει μια γενική κρίση για το πώς δραστηριοποιούνται η Deutsche Bank και άλλες τράπεζες στη διεθνή αγορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, “πρέπει δυστυχώς να πούμε ότι η Ντόιτσε Μπανκ σε ορισμένα σημεία ίσως δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή”.
Πόση ηθική χωράει σε ένα θησαυροφυλάκιο;
Ο Μπέρντ Βίλχαουερ επισημαίνει πως μία τράπεζα λειτουργεί με βάση το κέρδος, δίχως όμως να είναι υπεράνω των νόμων ή κανόνων δεοντολογίας. Και συνεχίζει πως γι αυτόν ακριβώς το λόγο “καλό είναι να εξετάζει αν μια επιχειρηματική σχέση είναι κερδοφόρα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα”. Υπάρχουν “βάσιμα επιχειρήματα ότι ορισμένες αμφιλεγόμενες ή οριακές συνεργασίες μπορεί να αποφέρουν κέρδη άμεσα, αλλά μεσο- και μακροπρόθεσμα να ενέχουν σοβαρούς κινδύνους, όπως για παράδειγμα να προκαλέσει πλήγμα στη φήμη του ιδρυματος – κάτι που παρατηρούμε να συμβαίνει τώρα”.
Η Ντόιτσε Μπανκ έχει ήδη καταβάλει σημαντικά ποσά: πρόστιμο ύψους 150 εκατομμυρίων δολαρίων στη χρηματοπιστωτική εποπτική αρχή της Νέας Υόρκης για ελλιπείς ελέγχους κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, στο πλαίσιο συμβιβασμού, 75 εκατομμύρια δολάρια στα θύματα του Τζέφρι Έπστιν. Έχει, επομένως, κλείσει η υπόθεση για την τράπεζα; Ο Μπέρντ Βίλχαουερ θεωρεί πως όχι: “Αν ένας οργανισμός σέβεται τον εαυτό του και επιδιώκει να δρα με ηθικούς όρους, τότε δεν μπορεί να θεωρεί ότι έχει απαλλαγεί οριστικά. Η τράπεζα οφείλει να επανεξετάζει διαρκώς τον εαυτό της”. Είναι της άποψης ότι “δεν υπάρχει “εξαγορά” στον ηθικό τομέα”. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι για εκείνον: “Ποιες ηθικές απαιτήσεις θέτω εγώ ο ίδιος στον εαυτό μου;” – βάσει εκείνου θεωρεί πως με αυτό το κριτήριο μπορεί να αξιολογηθεί και η Deutsche Bank.


