
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς και έμποροι υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προωθούσαν το καύσιμο αυτό ως ιδανική λύση για την κάλυψη των αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών των αναπτυσσόμενων οικονομιών – τουλάχιστον μέχρι να ξεσπάσει η κρίση στη Μέση Ανατολή, μετά την επίθεση ΗΠΑ/Ισραήλ κατά του Ιράν.
Με τη μετατροπή του φυσικού αερίου σε υγρή μορφή μέσω ψύξης, ήταν δυνατή η μεταφορά του με πλοία σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια στην παραγωγή και τις εξαγωγές LNG, σχεδίαζαν σημαντική αύξηση της εξαγωγικής τους ικανότητας. Για τον λόγο αυτό, πολλοί ειδικοί στον ενεργειακό τομέα προέβλεπαν ότι μέχρι το 2030 η παγκόσμια αγορά θα διέθετε μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου σε χαμηλές τιμές.
Οι κυβερνήσεις πολλών χωρών της αναπτυσσόμενης Ασίας, οι οποίες αναμένεται να αποτελέσουν το σημαντικότερο κέντρο αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης τις επόμενες δεκαετίες, διαμόρφωσαν τις μακροπρόθεσμες ενεργειακές τους στρατηγικές με βάση αυτή την προοπτική. Θεωρούσαν ότι το LNG θα τους επέτρεπε να στηρίξουν την οικονομική τους ανάπτυξη, ενώ παράλληλα θα μείωναν τη χρήση του περισσότερο ρυπογόνου άνθρακα.
Ωστόσο, οι πέντε μήνες πολέμου στη Μέση Ανατολή ανέτρεψαν αυτές τις προσδοκίες, όπως σημειώνεται σε σχετική ανάλυση των New York Times.
Ποιοι ενεργειακοί πόροι αποκτούν προβάδισμα
Η αδυναμία διέλευσης των πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ διέκοψε αιφνίδια την προμήθεια LNG από το Κατάρ προς τις ασιατικές αγορές, καθώς το Κατάρ αποτελούσε τον βασικό τους προμηθευτή. Αντιμέτωποι με αυτή την ξαφνική διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα, κυβερνήσεις και ενεργειακές εταιρείες στην Ασία άρχισαν να αναζητούν λύσεις στο εσωτερικό των χωρών τους.
Στρέφονται πλέον στην αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων, όπως ο άνθρακας, το φυσικό αέριο, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, προκειμένου να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς. Η ανάγκη αυτή έγινε ακόμη πιο επιτακτική μετά την επέκταση της σύγκρουσης και στην Ερυθρά Θάλασσα, έναν ακόμη σημαντικό θαλάσσιο διάδρομο μεταφοράς ενέργειας.
Ο Γκιγιόμ Λούτσι, διευθύνων σύμβουλος της Prime Infra με έδρα τη Μανίλα, υποστήριξε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή επιτάχυνε το ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των ενεργειακών αποθεμάτων των Φιλιππίνων. Όπως επισήμανε, κάθε χώρα που βασίζεται στις εισαγωγές εκτίθεται αναπόφευκτα σε παράγοντες που δεν μπορεί να ελέγξει. Για τον λόγο αυτό, στόχος είναι να περιοριστεί η εξάρτηση από αγορές που βρίσκονται εκτός του εθνικού ελέγχου.
Οι Φιλιππίνες στρέφονται ξανά στις δικές τους πηγές
Οι ενεργειακές εταιρείες στις Φιλιππίνες βασίζονταν επί δεκαετίες στο φυσικό αέριο από το υπεράκτιο κοίτασμα Malampaya. Μάλιστα, καθώς η διαχειρίστρια εταιρεία των μονάδων παραγωγή, Prime Infra, θεωρούσε πως το κοίτασμα πλησίαζε στην εξάντλησή του, το 2023 κατασκεύσασε έναν υπεράκτιο τερματικό σταθμό LNG. Πλέον, όμως, η διοίκηση της Prime Infra επανεξετάζει τις εγχώριες δυνατότητες.
Μια θυγατρική της εταιρείας ξεκίνησε νέες γεωτρήσεις στο κοίτασμα Malampaya, επεκτείνοντας τη διάρκεια ζωής του κατά τουλάχιστον έξι χρόνια, σύμφωνα με τον Λούτσι, ο οποίος εξέφρασε την ελπίδα ότι οι γεωτρήσεις θα αυξηθούν μέσα στα επόμενα χρόνια.
Η εξάρτηση από εισαγωγές γίνεται πλέον πρόβλημα
Η κρίση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε τους κινδύνους της ενεργειακής εξάρτησης από εισαγωγές, σύμφωνα με τους αναλυτές.
Το LNG θεωρούνταν σταθερή επιλογή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις της ηλιοφάνειας ή των ανέμων. Όμως πλέον, με τη μεταβλητότητα που παρουσιάζει το LNG, η στρατηγική αυτή επανεξετάζεται.
Τον Μάρτιο, τον μήνα μετά την έναρξη του πολέμου, οι εισαγωγές LNG των Φιλιππίνων μειώθηκαν κατά 25% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, σύμφωνα με τη ναυτιλιακή εταιρεία δεδομένων Kpler. Οι αποστολές έχουν ανακάμψει ελαφρώς έκτοτε, ωστόσο οι ασιατικές χώρες εξακολουθούν να πληρώνουν περίπου διπλάσιες τιμές σε σχέση με πριν από τον πόλεμο.
Η Ασία επανεξετάζει την ενεργειακή της στρατηγική
Παρόμοιος επαναπροσδιορισμός βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρη την αναπτυσσόμενη Ασία.
Τους τελευταίους μήνες, χώρες της περιοχής αύξησαν την παραγωγή από μονάδες άνθρακα, επιτάχυναν έργα ανανεώσιμης ενέργειας και καταγράφουν άνοδο στις πωλήσεις οικιακών συστημάτων ηλιακής ενέργειας και ηλεκτρικών οχημάτων.
Χώρες όπως η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και το Βιετνάμ εξετάζουν επίσης ή έχουν ξεκινήσει τις διαδικασίες για την ανάπτυξη των πρώτων εμπορικών πυρηνικών σταθμών τους.
Ο βιετναμέζικος όμιλος Vingroup εγκατέλειψε τον Μάρτιο τα σχέδια για έναν τερματικό σταθμό εισαγωγής LNG πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έκτοτε ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιήσει την έκταση για βιομηχανικό κέντρο που θα λειτουργεί με ανανεώσιμη ενέργεια.
Πριν από τον πόλεμο, οι παγκόσμιες αγορές ανέμεναν ένα «άνευ προηγουμένου» κύμα προσφοράς LNG, δήλωσε ο Κεϊσούκε Σανταμόρι, πρώην διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Η προσφορά LNG είχε ήδη περιοριστεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν η Ευρώπη στράφηκε σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Με τη νέα αυτή διαταραχή, αυξάνονται οι αμφιβολίες «για το αν οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας θα αποφασίσουν πράγματι να επενδύσουν επιπλέον κεφάλαια σε υποδομές εισαγωγής LNG», ανέφερε.
Το παράδειγμα της Κίνας
Πολλές αναπτυσσόμενες ασιατικές χώρες παρακολουθούν το μοντέλο της Κίνας, η οποία προσπάθησε να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενη ενέργεια.
Το Πεκίνο έχει στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στα αποθέματα άνθρακα που διαθέτει, ενώ παράλληλα επεκτείνει τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, ηλεκτροκίνηση και πυρηνική ενέργεια. Παράλληλα, προμηθεύει μεγάλο μέρος της Ασίας με υποδομές πράσινης ενέργειας.
«Βλέπουμε έναν διαχωρισμό των παγκόσμιων ενεργειακών συστημάτων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, που παραμένουν προσκολλημένες στα ορυκτά καύσιμα, και από την άλλη η προσέγγιση των ανανεώσιμων πηγών με επικεφαλής την Κίνα, η οποία αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό», δήλωσε ο Σαμ Ρέινολντς, επικεφαλής έρευνας για το LNG και το φυσικό αέριο στην Ασία στο Institute for Energy Economics and Financial Analysis.
Η νέα προσφορά LNG βασίζεται στην ύπαρξη αγορών όπως η Κίνα, η Ινδία και η αναδυόμενη Ασία. Μια πιθανή μείωση της ζήτησης από αυτές τις χώρες θα μπορούσε να αφήσει τους παραγωγούς στις ΗΠΑ και αλλού με περισσότερη δυναμικότητα από αυτή που χρειάζονται.
Οι προοπτικές του LNG παραμένουν ισχυρές
Παρά τις ανησυχίες, ορισμένοι ειδικοί και στελέχη της βιομηχανίας εκτιμούν ότι το ενδιαφέρον για επενδύσεις σε υποδομές LNG θα επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα όταν αποκατασταθεί η παγκόσμια προσφορά.
Η ενεργειακή εταιρεία Shell προέβλεψε τον Ιούνιο ότι η παγκόσμια ζήτηση LNG θα αυξηθεί κατά 65% έως το 2050, με τη Νότια και τη Νοτιοανατολική Ασία να αποτελούν τους βασικούς κινητήρες ανάπτυξης.
Ο Έντουαρντ ΜακΚάρτιν, διευθύνων σύμβουλος της Energy World Corporation, η οποία αναπτύσσει έργα LNG και ηλεκτροπαραγωγής στην Ασία, εμφανίζεται αισιόδοξος για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Το LNG μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά στις ανανεώσιμες πηγές, όπως η ηλιακή ενέργεια, βοηθώντας την περιοχή να απομακρυνθεί από τον άνθρακα, υποστήριξε.
«Χρειαζόμαστε όλα τα εργαλεία: ηλιακή, υδροηλεκτρική, γεωθερμική, φυσικό αέριο και άνθρακα», δήλωσε.
Προς το παρόν, οι αρχές ενέργειας των Φιλιππίνων παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Ο Μάικλ Σινοκρούζ, διευθυντής του Γραφείου Ενεργειακής Πολιτικής και Σχεδιασμού, δήλωσε ότι η κυβέρνηση εξετάζει την αναθεώρηση του εθνικού ενεργειακού σχεδίου, ώστε να αντικατοπτρίζει ένα διαφορετικό μείγμα πηγών για τις επόμενες δεκαετίες.
«Αυτό που εξετάζουμε είναι πόσο φυσικό αέριο χρειαζόμαστε», ανέφερε. «Δεν μπορούμε να βασιστούμε μόνο στις ανανεώσιμες πηγές». Ωστόσο, η ενεργειακή κρίση «ξύπνησε την αναπτυσσόμενη Ασία ως προς τη σημασία της ενεργειακής ανεξαρτησίας», τόνισε ακόμη.


