- 14.38
Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο επιφανής οικονομολόγος που καθοδήγησε τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των πέντε θητειών του ως πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ υπό τέσσερις προέδρους, γνωστός ως “ο Μαέστρος” και για την περίφημη προειδοποίησή του περί “παράλογης ευφορίας” στις αγορές, απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών, όπως μετέδωσε το NBC News τη Δευτέρα.
Ο διακεκριμένος οικονομολόγος άφησε την τελευταία του πνοή τη Δευτέρα από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον, όπως ανακοίνωσε η σύζυγός του επί 29 χρόνια, Andrea Mitchell.
Ο Γκρίνσπαν διορίστηκε πρόεδρος της Federal Reserve το 1987 από τον πρόεδρο Ronald Reagan και παρέμεινε στη θέση έως το 2006, διαχειριζόμενος περιόδους οικονομικής άνθησης αλλά και κρίσεων. Η θητεία του ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ιστορία της Fed.
Έγινε παγκοσμίως γνωστός για την ομιλία του στις 5 Δεκεμβρίου 1996, όταν χρησιμοποίησε τη φράση “irrational exuberance” (“παράλογη ευφορία”) για να περιγράψει τις υπερβολές στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
“Πώς γνωρίζουμε πότε η παράλογη ευφορία έχει διογκώσει υπερβολικά τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων;” είχε αναρωτηθεί τότε.
Η δήλωση ερμηνεύτηκε ως προειδοποίηση ότι οι αγορές ήταν υπερτιμημένες. Το χρηματιστήριο του Τόκιο υποχώρησε άμεσα κατά 3%, ενώ ακολούθησαν απώλειες και σε άλλες αγορές. Ωστόσο, η πτώση αποδείχθηκε προσωρινή και οι αγορές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία μέχρι το σκάσιμο της “φούσκας” των εταιρειών τεχνολογίας το 2001.
Ο Γκρίνσπαν ήταν επίσης γνωστός για τον περίπλοκο και συχνά δυσνόητο τρόπο με τον οποίο απαντούσε σε ερωτήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων.
Μετά τη συνταξιοδότησή του παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε σκόπιμα περίπλοκη γλώσσα για να αποφεύγει άμεσες απαντήσεις.
“Ήταν μια γλώσσα σκόπιμης ασάφειας”, είχε δηλώσει το 2007 στο CNBC. “Όταν ένας βουλευτής σου κάνει μια ερώτηση και δεν θέλεις να απαντήσεις “κανένα σχόλιο”, τότε λες τέσσερις ή πέντε προτάσεις που γίνονται όλο και πιο ακατανόητες. Ο βουλευτής νομίζει ότι απάντησες και προχωρά στην επόμενη ερώτηση”.
Η επιρροή του στις αγορές ήταν τόσο μεγάλη ώστε κάθε δήλωσή του μπορούσε να προκαλέσει ισχυρές διακυμάνσεις σε μετοχές, ομόλογα και νομίσματα, καθιστώντας τον μία από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες της παγκόσμιας οικονομίας για σχεδόν δύο δεκαετίες.
Ο Άλαν Γκρίνσπαν γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1926 στην περιοχή Ουάσινγκτον Χάιτς της Νέας Υόρκης από Εβραίους γονείς. Ο πατέρας του ήταν χρηματιστής και χρηματοοικονομικός αναλυτής.
Ως παιδί που μεγάλωσε τη δεκαετία του 1930, κατά τη διάρκεια της Great Depression, λάμβανε χαρτζιλίκι 25 σεντς την εβδομάδα.
“Τα 25 σεντς τότε αγόραζαν πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι σήμερα”, είχε δηλώσει ο Γκρίνσπαν σε ομιλία του το 2003.
Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη μουσική, παίζοντας κλαρινέτο και σαξόφωνο, ενώ φοίτησε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Juilliard School.
Έπαιξε μάλιστα στη τζαζ μπάντα του Woody Herman, πριν στραφεί στις οικονομικές σπουδές στο New York University, όπου απέκτησε πτυχίο και μεταπτυχιακό στα οικονομικά έως το 1950. Το διδακτορικό του το ολοκλήρωσε το 1977, σε ηλικία 51 ετών.
Μεταξύ των δασκάλων και μέντορών του ήταν ο μελλοντικός πρόεδρος της Fed Arthur Burns και η φιλόσοφος της ελεύθερης αγοράς Ayn Rand, με την οποία γνωρίστηκε μέσω της πρώτης του συζύγου, της καλλιτέχνιδας Joan Mitchell.
Πριν αναλάβει την ηγεσία της Fed εργάστηκε στις εταιρείες Brown Brothers Harriman και National Industrial Conference Board, καθώς και στη συμβουλευτική εταιρεία Townsend-Greenspan, την οποία διηύθυνε επί τρεις δεκαετίες.
Η πορεία του διακόπηκε προσωρινά όταν διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του προέδρου Gerald Ford από το 1974 έως το 1977. Αργότερα, από το 1981 έως το 1983, ηγήθηκε της Εθνικής Επιτροπής για τη Μεταρρύθμιση της Κοινωνικής Ασφάλισης.
Η πρώτη του δουλειά ως οικονομολόγος αμειβόταν με μόλις 45 δολάρια την εβδομάδα.
Η πρώτη από τις πέντε θητείες του στη Federal Reserve ξεκίνησε λίγο πριν από το μεγάλο χρηματιστηριακό κραχ του 1987. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του στις 11 Αυγούστου 1987, διαδεχόμενος τον Paul Volcker.
Μόλις 69 ημέρες αργότερα σημειώθηκε η “Μαύρη Δευτέρα” της 19ης Οκτωβρίου 1987, όταν ο Dow Jones Industrial Average κατέρρευσε κατά 508 μονάδες ή 22,6%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση στην ιστορία της.
Την επόμενη ημέρα, ο Γκρίνσπαν διαβεβαίωσε ότι η Fed ήταν έτοιμη “να λειτουργήσει ως πηγή ρευστότητας για τη στήριξη του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος”. Η κεντρική τράπεζα προχώρησε σε μείωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, προκειμένου να ενθαρρύνει τις τράπεζες να συνεχίσουν τον δανεισμό της οικονομίας.


