Η Τουρκία ήδη κοιτάζει πέρα από την τριμερή συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα για την ένταξη της Αιγύπτου. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει χαρακτηρίσει το Κάιρο “φυσικό εταίρο” του νέου σχήματος, εκτιμώντας ότι, εφόσον επιλυθούν ορισμένα τεχνικά ζητήματα, θα μπορούσε να ακολουθήσει τις τρεις χώρες. Μέχρι στιγμής, πάντως, η αιγυπτιακή πλευρά δεν έχει ανακοινώσει ότι προτίθεται να προσχωρήσει.
Η αναφορά στην Αίγυπτο δεν γίνεται σε κενό. Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Αίγυπτος έχουν ήδη αναπτύξει στενότερο διπλωματικό συντονισμό μέσω του τετραμερούς μηχανισμού R4, συζητώντας ζητήματα από τη Γάζα και το Ιράν μέχρι την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας και των Στενών του Ορμούζ. Η πιθανή ένταξη του Καΐρου στη συμφωνία θα μετέτρεπε, επομένως, μια τριμερή στρατιωτική συνεννόηση σε ένα σχήμα με σαφώς ευρύτερο περιφερειακό αποτύπωμα.
Τι προβλέπει το Σύμφωνο της Μέκκας
Στην καρδιά της συμφωνίας βρίσκεται η αρχή της συλλογικής άμυνας: μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Είναι η διάταξη που προκάλεσε τις άμεσες συγκρίσεις με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δημιουργείται αυτομάτως μια νέα στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχου βάθους και οργάνωσης.
Το νέο σχήμα προβλέπει, μεταξύ άλλων, στενότερη στρατιωτική συνεργασία, κοινές ασκήσεις και εκπαίδευση, ανταλλαγή πληροφοριών, συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία και δημιουργία μόνιμων μηχανισμών συντονισμού. Προβλέπεται ακόμη γενική γραμματεία με έδρα τη Σαουδική Αραβία, στοιχείο που δείχνει ότι οι τρεις κυβερνήσεις επιδιώκουν να δώσουν στη συνεργασία θεσμική συνέχεια και όχι να περιοριστούν σε μια συμβολική πολιτική διακήρυξη.
Οι λεπτομέρειες, ωστόσο, έχουν σημασία. Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι σε περίπτωση επίθεσης κάθε χώρα θα στέλνει αυτομάτως στρατεύματα. Η μορφή της υποστήριξης θα καθορίζεται μέσα από διαβουλεύσεις και θα μπορούσε να περιλαμβάνει από πληροφορίες, αεράμυνα και υλικοτεχνική βοήθεια μέχρι πιο άμεση στρατιωτική συνδρομή.
Τι φέρνει κάθε χώρα στο τραπέζι
Η δυναμική της συμφωνίας βασίζεται κυρίως στη συμπληρωματικότητα των τριών κρατών. Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ και μια αμυντική βιομηχανία με ισχυρή παρουσία στα drones, στα πολεμικά πλοία και στα ηλεκτρονικά συστήματα. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τα κεφάλαια, την ενεργειακή ισχύ και τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει μεγάλα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα. Το Πακιστάν, από την πλευρά του, προσθέτει έναν μεγάλο και έμπειρο στρατιωτικό μηχανισμό και είναι η μόνη από τις τρεις χώρες που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Ακριβώς αυτό το τελευταίο στοιχείο τροφοδότησε συζητήσεις περί ενδεχόμενης “πυρηνικής ομπρέλας”. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει ανακοινωθεί καμία τέτοια δέσμευση και η συμφωνία δεν περιλαμβάνει δημοσίως γνωστή πρόβλεψη για πυρηνική προστασία της Τουρκίας ή της Σαουδικής Αραβίας από το Πακιστάν.
Η χρονική συγκυρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι τρεις χώρες επέλεξαν να κινηθούν τώρα. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι επιθέσεις με πυραύλους και drones και η αβεβαιότητα γύρω από τις παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας έχουν ενισχύσει την επιθυμία των μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς αποτροπής.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον αν το Σύμφωνο της Μέκκας θα παραμείνει μια ισχυρή αλλά περιορισμένη τριμερής συμφωνία ή θα αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Σε αυτό το σημείο η στάση της Αιγύπτου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εάν το Κάιρο αποφασίσει να συμμετάσχει, το νέο σχήμα θα συνδέει πλέον τέσσερις από τις σημαντικότερες στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις από την Ανατολική Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα μέχρι τον Κόλπο και τη Νότια Ασία.
ΠΚ


