Αντιμέτωπα με ένα ολοένα αυξανόμενο κύμα ανατιμήσεων βρίσκονται τα ρωσικά νοικοκυριά, καθώς οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, θέρμανσης και ύδρευσης καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία της χώρας δοκιμάζεται από τον επίμονο πληθωρισμό και τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πολίνα Ιμπραγκίμοβα, καθηγήτριας Ιστορίας στη Μόσχα, η οποία βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν έλαβε έναν λογαριασμό κοινής ωφέλειας που αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το μισό του μηνιαίου μισθού της.
Αρχικά, η 34χρονη μητέρα δύο παιδιών θεώρησε ότι η υπέρογκη χρέωση οφειλόταν στην αυξημένη κατανάλωση νερού, υποψιαζόμενη ότι τα παιδιά της είχαν περάσει υπερβολικά πολλή ώρα στο ζεστό μπάνιο. Ωστόσο, όταν εξέτασε αναλυτικά τον λογαριασμό, διαπίστωσε ότι η πραγματική αιτία ήταν η απότομη αύξηση των τιμολογίων των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Το κόστος των συγκεκριμένων υπηρεσιών έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, ενώ μόνο μέσα στο 2026 η άνοδος ξεπερνά το 13%. Οι ανατιμήσεις προστίθενται στις ήδη ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, τις οποίες οι ρωσικές αρχές θεωρούν πλέον τη μεγαλύτερη πρόκληση για την οικονομία.
“Ήταν πολύ δυσάρεστο. Το αισθανόμαστε πραγματικά στην καθημερινότητά μας”, δήλωσε στο Reuters η Ιμπραγκίμοβα, η οποία εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να αναλάβει έναν επιπλέον μαθητή για ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να καλύψει το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Από το καλοκαίρι, ο μηνιαίος λογαριασμός της έχει αυξηθεί κατά περίπου 25%, φτάνοντας τα 12.000 ρούβλια, δηλαδή περίπου 150 δολάρια. Το ποσό αυτό είναι πλέον υψηλότερο από την προκαταβολή μισθού που λαμβάνει συνήθως, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών της.
Οι αυξήσεις μετά τις εκλογές και η μάχη της κεντρικής τράπεζας με τον πληθωρισμό
Οι ετήσιες αναπροσαρμογές στα τιμολόγια θέρμανσης, ύδρευσης και ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν πάγια πρακτική στη Ρωσία, καθώς αποσκοπούν στην προσαρμογή του κόστους των υπηρεσιών στον πληθωρισμό. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρέχει τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές, ενώ οι περιφερειακές αρχές καθορίζουν το τελικό ύψος των αυξήσεων.
Ωστόσο, φέτος η εφαρμογή των ανατιμήσεων μετατέθηκε για την 1η Οκτωβρίου, δηλαδή μετά τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, σε μια κίνηση που περιόρισε τον κίνδυνο πολιτικών αντιδράσεων από την επιβάρυνση των νοικοκυριών πριν από την κάλπη.
Η καθυστέρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι περιφερειακές αρχές να εγκρίνουν στη συνέχεια ορισμένες από τις μεγαλύτερες αυξήσεις των τελευταίων ετών, προκειμένου οι εταιρείες κοινής ωφέλειας να καλύψουν τις απώλειες που είχαν συσσωρευθεί εξαιτίας του πληθωρισμού.
Οι ανατιμήσεις δεν επιβαρύνουν μόνο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, αλλά δημιουργούν πρόσθετους πονοκεφάλους και για την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας, η οποία επιχειρεί να θέσει υπό έλεγχο τον πληθωρισμό και να μειώσει τα ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια, που σήμερα διαμορφώνονται στο 14%, περιορίζοντας παράλληλα τις δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας.
Πέρυσι, η ρωσική κεντρική τράπεζα κατάφερε να περιορίσει τον πληθωρισμό, με τίμημα όμως την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Φέτος, ωστόσο, οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε διυλιστήρια προκάλεσαν νέο κύμα ανατιμήσεων, αυτή τη φορά με βασικό μοχλό το αυξημένο κόστος των καυσίμων.
Μετά την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, η διοικήτρια της κεντρικής τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, προειδοποίησε ότι οι αυξήσεις στα τιμολόγια κοινής ωφέλειας θα ενισχύσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες των νοικοκυριών, οι οποίες βρίσκονται ήδη στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών. Πρόκειται, μάλιστα, για έναν από τους βασικούς δείκτες που λαμβάνονται υπόψη κατά τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής.
“Η επίτευξη του στόχου για πληθωρισμό 4% γίνεται ακόμη πιο δύσκολη υπό αυτές τις συνθήκες, καθώς οι αυξήσεις στα τιμολόγια απαιτούν ακόμη πιο αυστηρή νομισματική πολιτική”, εκτίμησε στο Reuters ο οικονομολόγος Ντμίτρι Πολεβόι, αναφερόμενος στον μακροπρόθεσμο στόχο της κεντρικής τράπεζας.
Παρά το γεγονός ότι το κόστος των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στη Ρωσία παραμένει χαμηλότερο σε σύγκριση με μεγάλο μέρος της Ευρώπης, χάρη στα άφθονα και φθηνά αποθέματα φυσικού αερίου που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή, οι μέσοι μισθοί στη χώρα είναι επίσης αισθητά χαμηλότεροι. Αυτό ισχύει παρά τις πρόσφατες αυξήσεις των αποδοχών με διψήφιους ρυθμούς.
Οι νέες επιβαρύνσεις έρχονται να προστεθούν στο αυξημένο κόστος των τροφίμων, αναγκάζοντας τα νοικοκυριά να αναζητούν ολοένα και πιο ευρηματικούς τρόπους για να περιορίσουν τις δαπάνες τους.
“Αισθάνομαι σαν νοικοκυρά της σοβιετικής εποχής”, ανέφερε χαρακτηριστικά η Ιμπραγκίμοβα, περιγράφοντας πώς πλέον κόβει ένα κοτόπουλο σε περισσότερες μερίδες από ό,τι στο παρελθόν, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι το φαγητό θα διαρκέσει περισσότερο.
Πολιτικές αντιδράσεις ακόμη και από φιλοκρεμλινικούς κύκλους
Οι αυξήσεις στα τιμολόγια έχουν προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, μεταξύ πολιτικών που κατά κανόνα στηρίζουν το Κρεμλίνο.
Ο Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη μετά το κυβερνών κόμμα Ενωμένη Ρωσία, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του απευθείας στον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μετά τις εκλογές.
Ο Ζιουγκάνοφ ανέφερε ότι ο δικός του λογαριασμός για διαμέρισμα σοβιετικής κατασκευής στη Μόσχα ξεπέρασε τα 30.000 ρούβλια, ποσό υψηλότερο ακόμη και από τη μέση σύνταξη στη Ρωσία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της Κρατικής Δούμας, Βιατσεσλάβ Βολόντιν, χαρακτήρισε υπερβολικές ορισμένες από τις αυξήσεις που ενέκριναν οι περιφερειακές αρχές και κάλεσε τις εισαγγελικές αρχές και την υπηρεσία ανταγωνισμού να παρέμβουν.
Μάλιστα, ζήτησε να υπάρξει έλεγχος όσων, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, “δεν έχουν ούτε αυτοσυγκράτηση ούτε συνείδηση”.
Νέο πλήγμα και για τις μικρές επιχειρήσεις
Το αυξημένο κόστος των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας επιβαρύνει περαιτέρω και τις μικρές επιχειρήσεις στη Ρωσία, οι οποίες βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με υψηλότερη φορολογία, καθώς η κυβέρνηση αναζητά πρόσθετους πόρους για να καλύψει το διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα που προκαλούν, μεταξύ άλλων, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες.
Για τις επιχειρήσεις που έχουν ξεκινήσει πρόσφατα τη δραστηριότητά τους, η νέα αύξηση του λειτουργικού κόστους είναι ιδιαίτερα πιεστική.
“Οι αυξήσεις στα τιμολόγια κοινής ωφέλειας είναι ιδιαίτερα επώδυνες για τις επιχειρήσεις που έχουν ανοίξει πρόσφατα, καθώς έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά άλλων ανατιμήσεων”, δήλωσε η Αναστασία Ζαποτέεβα, διευθύντρια μπαρ στη Μόσχα.


