Η αύξηση των μισθών στην Ευρωζώνη αναμένεται να επιταχυνθεί στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, παραμένοντας ωστόσο αισθητά χαμηλότερα από τα προηγούμενα υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία αξιολογεί τους πληθωριστικούς κινδύνους που προκύπτουν από τον πόλεμο με το Ιράν.
Οπως μεταδίδει το Bloomberg, ο δείκτης παρακολούθησης μισθών της ΕΚΤ προβλέπει ότι οι αποδοχές θα αυξηθούν κατά 2,6% σε ετήσια βάση κατά το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του έτους. Η επίδοση αυτή είναι υψηλότερη από την πρόβλεψη για το πρώτο εξάμηνο, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από το υψηλό του 5,2% που καταγράφηκε το 2024.
Η ΕΚΤ ανέφερε σε ανακοίνωσή της: «Η αύξηση αυτή κατά τη διάρκεια του έτους αντανακλά τη σταδιακή εξασθένηση της μηχανικής καθοδικής επίδρασης που είχαν οι μεγάλες εφάπαξ πληρωμές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το 2024 αλλά όχι το 2025.»
Η μάχη κατά του πληθωρισμού συνεχίζεται
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην πορεία των μισθών, καθώς επιδιώκουν να αποτρέψουν τη μονιμοποίηση της αύξησης του πληθωρισμού λόγω της Ενέργειας, μέσω υψηλότερων αμοιβών και αυξήσεων στις τιμές πώλησης των επιχειρήσεων.
Για τον λόγο αυτό, η ΕΚΤ προχώρησε την περασμένη εβδομάδα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2013.
Οι επενδυτές και οι οικονομολόγοι εξακολουθούν να αναμένουν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαία μονάδα, η οποία θα οδηγήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%.
Παρότι η ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ ενίσχυσε τις προσδοκίες για αποκατάσταση της προσφοράς πετρελαίου, αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν προειδοποιήσει ότι θα απαιτηθούν μήνες μέχρι να ομαλοποιηθεί πλήρως η κατάσταση.
Οι ενεργειακές πιέσεις δεν έχουν περάσει ακόμη στους μισθούς
Οι πρόσφατοι δείκτες αμοιβών, όπως η αποζημίωση ανά εργαζόμενο και οι συμφωνημένες μισθολογικές αυξήσεις, είχαν δείξει επιβράδυνση κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι απαιτούνται συνήθως αρκετοί μήνες μέχρι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος να μεταφερθεί πλήρως στους μισθούς.


