Κατά των προσπαθειών επανένταξης της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή τάχθηκε την Πέμπτη η Γερμανία, ενώ η Βρετανία ζήτησε αυστηρότερες κυρώσεις στη ρωσική ναυτιλία, καθώς εντείνονται τα ερωτήματα σχετικά με την έκταση και τη σταθερότητα της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία.
Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών, Αντόν Σιλουάνοφ, συμμετείχε στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών κεντρικών τραπεζών της G20 στην Μπανγκόκ, λίγο περισσότερο από έναν μήνα μετά την πρώτη διά ζώσης παρουσία του σε συνεδρίαση της ομάδας στις ΗΠΑ, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η προηγούμενη συνάντηση είχε πραγματοποιηθεί στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας.
“Παρατηρώ προσπάθειες, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να επιστρέψει η Ρωσία στη διεθνή σκηνή”, δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ.
“Δεν πρόκειται να προσποιηθούμε ότι η Ρωσία επιστρέφει πλέον ως ένα κανονικό μέλος της G20 και απλώς ξαναπαίρνει τη θέση της στο τραπέζι. Ούτε εγώ πρόκειται να το κάνω ούτε οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι”, πρόσθεσε.
Διαφωνίες για τις κυρώσεις στη Ρωσία
Από την πλευρά του, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι, κάλεσε τις υπόλοιπες χώρες να εντείνουν τις κυρώσεις κατά της ναυτιλίας που συνδέεται με τη Ρωσία.
“Το μήνυμά μου προς τους υπουργούς Οικονομικών σήμερα, όσον αφορά την Ουκρανία, είναι να συνεχίσουμε με αποφασιστικότητα την πολιτική αυστηρών οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ιδίως μέσω αυστηρότερων περιορισμών στις ναυτιλιακές υπηρεσίες που επιτρέπουν στον σκιώδη στόλο του (Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ) Πούτιν να παρακάμπτει τις κυρώσεις”, δήλωσε.
Το Λονδίνο έχει επιβάλει σειρά κυρώσεων σε πλοία και συναφείς ναυτιλιακές υπηρεσίες, τις οποίες θεωρεί ότι η Μόσχα αξιοποιεί για τη χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό των πολεμικών επιχειρήσεών της στην Ουκρανία.
Ωστόσο, Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε την Τετάρτη ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο χαλάρωσης των κυρώσεων σε βάρος των συγκεκριμένων πλοίων, τα οποία μεταφέρουν πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα από χώρες όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα.
Οι διαφωνίες μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ δεν περιορίζονται, πάντως, στο ζήτημα των κυρώσεων. Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, δήλωσε την Πέμπτη ότι η Ευρώπη θα διατηρήσει τον έλεγχο των ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευτεί μετά την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία. Με τη δήλωσή του απέρριψε το ενδεχόμενο μεταφοράς τους σε έναν μηχανισμό υπό αμερικανική εποπτεία, στο πλαίσιο μιας πρωτοβουλίας για την επίτευξη ειρήνης.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε προσωρινή άρση των κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ, απόφαση που προκάλεσε αντιδράσεις από τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές στις ΗΠΑ.
Απεσταλμένοι του Τραμπ είχαν ενημερώσει Ουκρανούς αξιωματούχους την περασμένη εβδομάδα ότι η συμφωνία για το ντίζελ εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια επαναφοράς της Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις, μετά την αποτυχία προηγούμενων πρωτοβουλιών να οδηγήσουν σε σταθερές συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου.
“Είναι πάντοτε χρήσιμο να διεξάγονται συνομιλίες. Θέλω, όμως, να καταστήσω απολύτως σαφές ότι αυτές δεν πρέπει να γίνονται εις βάρος της Ουκρανίας ούτε ερήμην του ουκρανικού λαού ή του προέδρου Ζελένσκι”, υπογράμμισε ο Κλίνγκμπαϊλ.
Η ΕΕ αναζητά πρόσθετη χρηματοδότηση για την Ουκρανία
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί να διαθέσει 45 δισ. ευρώ στην Ουκρανία το 2027, ωστόσο οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας εκτιμάται ότι θα είναι σημαντικά υψηλότερες.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ εντείνει τις προσπάθειες για την εξασφάλιση πρόσθετης οικονομικής στήριξης από χώρες όπως η Νορβηγία, η Ελβετία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Κλίνγκμπαϊλ ανέφερε ότι βρίσκεται σε επαφές με διεθνείς εταίρους για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης της Ουκρανίας, επισημαίνοντας ότι κατά τις συνομιλίες της Πέμπτης υπήρξαν δεσμεύσεις από την Αυστραλία και τη Νότια Κορέα.
Από την πλευρά του, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε ότι το Λονδίνο θα διαθέσει 17 εκατ. λίρες (περίπου 23 εκατ. δολάρια) για την επισκευή του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ στην Ουκρανία, ο οποίος υπέστη ζημιές από ρωσική επίθεση με drone πέρυσι. Στην προσπάθεια αποκατάστασης θα συνεισφέρουν επίσης οι ΗΠΑ και η Γαλλία.


