Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Καθώς οι επίσημες ανακοινώσεις των ελληνικών τραπεζών, για τα αποτελέσματα του 2025 και οι σχεδιασμοί τους για το 2026 πλησιάζουν οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, επανέρχονται και αναβαθμίζουν τις αναβαθμίζουν. Η μερισματική πολιτική για την οποία οι οίκοι είναι αισιόδοξοι, η ανθεκτικότητα των εσόδων, οι εξαγορές και οι ελκυστικότερες τιμές σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι οι βασικότεροι από τους λόγους που επικαλούνται, παράλληλα με την αναμενόμενη αναβάθμιση του ΧΑ και το θετικό οικονομικό περιβάλλον.
Πρωταγωνιστές σε αυτό τον τελευταίο γύρο είναι οι Goldman Sachs και η Citi, αλλά το θετικό κλίμα διαρκεί από τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο και τροφοδότησε με επιχειρήματα και προβλέψεις το January effect του ΧΑ με οδηγό τις τράπεζες και κάλυψη από τις JP Morgan, Jefferies, Bank of America, UBS, Autonomous. Ακόμα και ο οίκος αξιολόγησης S&P, αναβάθμισε προ ολίγων ημερών σε θετικές τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών.
Πιο αναλυτικά, οι διεθνείς οίκοι προχωρούν σε νέες αναβαθμίσεις για τις ελληνικές τράπεζες τις τελευταίες ημέρες βασιζόμενοι στους εξής κεντρικούς άξονες:
– Ισχυρή κερδοφορία και μερίσματα: Προβλέπεται διατηρήσιμη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) κοντά στο 14%, επιτρέποντας στις τράπεζες να αυξήσουν τα ποσοστά διανομής μερισμάτων (payout ratios). Ήδη οι ξένοι οίκοι είναι πιο αισιόδοξοι από τους Έλληνες αναλυτές και αναμένουν ότι τα μερίσματα από τα κέρδη του 2025, θα ξεπεράσουν τα 2,5 και ίσως τα 2,6 δισ. ευρώ συνολικά.
– Ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους (NII): Οι αναλυτές διαπιστώνουν ότι τα έσοδα από τόκους παραμένουν υψηλά παρά την αναμενόμενη μείωση των επιτοκίων, χάρη στην ισχυρή πιστωτική επέκταση και τη σταθεροποίηση των περιθωρίων margin.
– Στρατηγικές κινήσεις και εξαγορές: Η επιτυχής ενσωμάτωση στις εξαγορές που έγιναν και αποδεικνύονται αποδοτικές (Ελληνική Τράπεζα από Eurobank, αλλά και Εθνική Ασφαλιστική από Πειραιώς) δημιουργεί νέες πηγές εσόδων και βελτιώνει το προφίλ ανάπτυξης.
– Αποτιμήσεις έναντι του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού: Παρά το ράλι, που ήδη διορθώνει δημιουργώντας επίπεδα εισόδου, οι ελληνικές τράπεζες ωστόσο συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με discount σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με εκτιμώμενους πολλαπλασιαστές κερδών P/E για το 2026 στο 7,9 έναντι 9,1 των άλλων τραπεζών της Ευρωζώνης. Καταγράφηκε η εκτίμηση ότι είναι συγκριτικά περίπου 15% φθηνότερες.
-Αλλαγή μεθοδολογίας αποτίμησης: Την έκανε η Goldman Sachs βλέποντας το ράλι και αποδείχθηκε θετική για τις ελληνικές τράπεζες.
Ενδεικτικά, η Goldman Sachs, έβαλε τις εξής τιμές στόχους:
– Eurobank, τιμή στόχος στα 5 ευρώ, από 3,5 ευρώ
– Πειραιώς, τιμή στόχος στα 10,50 ευρώ, από 8 ευρώ
– Alpha Bank, τιμή στόχος στα 5,10 ευρώ, από 4,20 ευρώ
– Εθνική, τιμή στόχος στα 16,75 ευρώ, από 15,10 ευρώ
Τι λένε Citi, UBS και JP Morgan
Ειδικότερα η Citi, εστιάζει στην ισχυρή παραγωγή κεφαλαίων και τη δυνατότητα για υψηλότερες μερισματικές διανομές (payout ratios). Η Citi προβλέπει ότι τα καθαρά έσοδα από Τόκους (NII) θα παραμείνουν ανθεκτικά, ενώ η επέκταση των εργασιών σε εξωτερικό και η διαχείριση περιουσίας ενισχύει την κερδοφορία.
Ο οίκος είναι γενικά θετικός για τις ευρωτράπεζες, αλλά εκτιμά ότι η ιδιαιτερότητα των ελληνικών τραπεζών δεν είναι μόνον το περιθώριο ανόδου αλλά πλέον και ο μικρότερος διαρθρωτικός κίνδυνος, η βελτιωμένη χρηματοδότηση και η αυξημένη ευχέρεια στην κατανομή κεφαλαίων. Ο οίκος θεωρεί ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν κλείσει το χάσμα με τις ευρωπαϊκές τράπεζες και πλέον περνούν σε φάση σταθερής ανταμοιβής των μετόχων.
– UBS: Ένα βασικό της επιχείρημα είναι το discount στις αποτιμήσεις. Η UBS διακρίνει στοιχεία ανάκαμψης στα καθαρά έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών, επικαλούμενη στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που υποδηλώνουν μεταβολή στην αύξηση των καθαρών τόκων και σταθεροποίηση των καθαρών περιθωρίων.
Ο οίκος εκτιμά αναμενόμενο δείκτη P/E 8,4 έναντι 9,5% για τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
– Η JP Morgan: Aνέβασε τον πήχη για τις ελληνικές τράπεζες αναμένοντας τριπλή αναβάθμιση του ΧΑ από τους οίκους FTSE, MSCI και Stoxx εντός του 2026. Παρά τις επιφυλάξεις για τις ροές παθητικών κεφαλαίων (passive flows), διατηρεί σύσταση υπεραπόδοσης overweight για τις ελληνικές μετοχές, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα παραμένει μία από τις πιο “φθηνές” αγορές στην Ευρώπη.


