Του Κώστα Ράπτη
Το ανέκδοτο είναι της σοβιετικής εποχής: “-Παρακαλώ, θα ήθελα μισό κιλό κιμά”. “-Σύντροφε, εδώ είναι ιχθυοπωλείο. Εδώ είναι που δεν έχουμε ψάρια, απέναντι είναι που δεν έχουνε κρέας”.
Η ιρανική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι πολύ διαφορετική. Διότι βεβαίως το να μην εξαπολύει την “σαρωτική επίθεση” που είχε προαναγγείλει δεν οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με το να μην την είχε εξετάσει καν. Ή μήπως όχι;
Το πρόβλημα του ενοίκου του Λευκού Οίκου, όμως, έγκειται στο ότι ο κύκλος “προαναγγελία στρατιωτικής δράσης – υπαναχώρηση ενόψει επικείμενης συμφωνίας – καταγγελία της αφερεγγυότητας των Ιρανών” και πάλι από την αρχή, έχει καταστεί εξαιρετικά προβλέψιμος, ώστε να έχει αποτελέσματα έστω και στην επικοινιωακή σφαίρα.
Αποτυπώνει αυτό μια προσπάθεια εξαγοράς χρόνου και διάσωσης γοήτρου (πρωτίστως προσωπικού, αλλά και της υπερδύναμης ευρύτερα) ενώπιον μιας πραγματικότητας την οποία δεν μπορεί ο Τραμπ να διαμορφώσει κατά τις επιθυμίες του. Εξ ού και η “κόπωση” που φέρεται να τον διακατέχει από αυτή τη σύγκρουση.
Αντιθέτως, η πρωτοβουλία των κινήσεων φαίνεται να έχει περάσει στην πλευρά του Ιράν και των συμμάχων του. Η ενεργοποίηση των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, τα ιρανικά πλήγματα εναντίον Κούρδων στα σύνορα με το Ιράκ, η επίθεση εναντίον αμερικανικής εγκατάστασης στην Ιορδανία δίχως αυτό να αποτελεί απάντηση σε προηγηθείσα ενέργεια, το προειδοποιητικό χτύπημα σε σταθμό αφαλάτωσης του Κουβέιτ και κυρίως η “μυστηριώδης” εμφάνιση drones στο αιγυπτιακό λιμάνι της Δαμιέττας καταδεικνύουν μια ετοιμότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας όχι απλώς να αμυνθεί αποτελεσματικά, αλλά και να υπαγορεύσει τον ρυθμό της κλιμάκωσης.
Επικαλέστηκε ο Τραμπ για την τελευταία του υπαναχώρηση τα μηνύματα που έλαβε από το Ιράν και άλλες χώρες της περιοχής. Αν υπήρξαν όντως μηνύματα από το Ιράν είναι αμφίβολο. Γνωρίζουμε όμως από την τηλεφωνική επικοινωνία του Αμερικανού προέδρου με τον ισχυρό άνδρα της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκηπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ότι οι αραβικές μοναρχίες, που έχουν περιέλθει σε μιαν ιδιόμορφη κατάσταση ομηρίας, δεν είναι διόλου πρόθυμες να εκτεθούν στα ιρανικά αντίμετρα χάριν των ελιγμών του Τραμπ.
Η περιφερειακή αρχιτεκτονική που με τις “Συμφωνίες του Αβραάμ” έδειχνε να “τσιμεντώνει” το τρίγωνο ΗΠΑ, Ισραήλ και αραβικών μοναρχιών καταλήγει μετά από τις περιπέτειες των τριών τελευταίων ετών σε μια κατάσταση όπου η Ουάσιγκτον θα οδηγηθεί σύντομα στο δίλημμα ποιο σκέλος του τριγώνου προτιμά να χάσει.
Διόλου τυχαία, ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής στρατιωτικής διοίκησης των ΗΠΑ προειδοποίησε ότι οι υφιστάμενες δυνάμεις δεν επαρκούν καν για την προστασία του Ισραήλ από τυχόν νέα πλήγματα από ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Αν αυτό δεν είναι “μπλόφα”, ώστε να χαλαρώσει η επαγρύπνηση των Ιρανών, αποτελεί ισχυρή παρέμβαση των ενστόλων υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Είναι αυτό καθησυχαστικό; Κάθε άλλο. Γιατί για μια υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ (πόσω μάλλον για μια προσωπικότητα όπως ο Τραμπ) η υποχώρηση, ήτοι η αποδοχή μιας διπλωματικής λύσης που να αφήνει το Ιράν με πυρηνικό πρόγραμμα και με τον έλεγχο του Στενού του Χορμούζ, δεν είναι νοητή. Αλλά η ανατροπή των ιρανικών κεκτημένων μόνο με ελιγμούς και μπλόφες είναι επίσης αδύνατη. Συνεπώς μια καταστροφική (για εχθρούς και κυρίως φίλους) κλιμάκωση είναι πάντοτε πιθανή, μόνο και μόνο γιατί η Ουάσιγκτον έχει ξεμείνει από λύσεις.


