Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είχε επενδύσει πολλά στην καλή σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ και στη γρήγορη διευθέτηση του θέματος των F-35 μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, όμως το θέμα δεν προχωρά. Η Τουρκία θα ήθελε να απαλλαγεί από τους S-400 (ιδανικά πουλώντας τους σε μια φιλική της χώρα, όπως το Κατάρ), όμως αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι φαντάζονταν στο περιβάλλον του Τούρκου Προέδρου. Χώρες όπως το Κατάρ ή τα Εμιράτα, ενδιαφέρονται να αποκτήσουν αμερικανικά οπλικά συστήματα, κάτι που σημαίνει πως οι πιθανοί αγοραστές το σκέπτονται δύο και τρεις φορές, καθώς η κατοχή των S-400 επιφέρει κυρώσεις CAATSA. Το θέμα έχει βαλτώσει και δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος, κάτι που κατέστησε σαφές και η απάντηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε ερώτηση στο Κογκρέσο: «Η αμερικανική πολιτική για το ενδεχόμενο μεταφοράς μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία παραμένει αμετάβλητη και η Αγκυρα δεν έχει εκπληρώσει μέχρι σήμερα τις προϋποθέσεις που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία».
Των Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Το γεγονός αυτό αποτελεί μία ακόμη ψυχρολουσία για τον Ερντογάν. Η Άγκυρα έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως εξαιτίας του ελληνικού βέτο δεν θα ενταχθεί στον μηχανισμό SAFE, παρά το γεγονός ότι καίγεται να συμπεριληφθεί στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και τις χρηματοδοτήσεις και για λόγους οικονομικούς αλλά και για λόγους μεταφοράς τεχνογνωσίας. Κυρίως, όμως, επειδή το αφήγημα πως «οι Ευρωπαίοι πέφτουν στα πόδια της Τουρκίας για τη σπουδαία αμυντική της βιομηχανία» είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να πουλήσει ο Τούρκος Πρόεδρος στους εθνικιστές ψηφοφόρους του.
Πριν από μικρό χρονικό διάστημα η Άγκυρα, δέχθηκε ακόμα ένα «χαστούκι» σε σχέση με τα μεγαλεπήβολα σχέδια για ηλεκτρική διασύνδεση Τουρκίας – κατεχομένων.
Η Τουρκία είναι από το 2022 διασυνδεδεμένη με το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα μέσω μιας γραμμής 400 ΜV, ενώ κατασκευάζεται και μια δεύτερη. Για τον λόγο αυτόν συμμετέχει στον Σύνδεσμο Διαχειριστών Ρεύματος της Ε.Ε. ως παρατηρητής. - ζητήθηκε λοιπόν από τον Σύνδεσμο, με μπροστάρη τον γαλλικό διαχειριστή, να δώσει διαβεβαιώσεις πως δεν θα προχωρήσει με τα παράνομα σχέδια για τη διασύνδεση με τα κατεχόμενα και πως σε διαφορετική περίπτωση θα χάσει αυτήν την ιδιότητα. Τόσο ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Διαχειριστών Ρεύματος όσο και η Κομισιόν είχαν απορρίψει ήδη από τον Απρίλιο τα τουρκικά σχέδια.
Ταπείνωση
Το γεγονός αυτό ήταν μία ακόμα ταπείνωση για την Άγκυρα και τον Τούρκο Πρόεδρο. Για να ρεφάρει στο εθνικιστικό του κοινό (κάτι πολύ σημαντικό, καθώς πληθαίνουν οι φήμες για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες), ο Τούρκος Πρόεδρος, προχώρησε σε μια ακόμα πρόκληση, που στην πραγματικότητα αποτελεί μια κίνηση απελπισίας, προωθώντας την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου που θα συνδέει την Τουρκία με τα κατεχόμενα. Αθήνα και Λευκωσία παρακολουθούν στενά τις κινήσεις της τουρκικής πλευράς. Η Τουρκία έχει ήδη εκδώσει NAVTEX, με ισχύ έως τις 30 Αυγούστου, για σεισμικές έρευνες του ερευνητικού σκάφους «Oruc Reis» στην περιοχή όπου θα ποντιστεί ο αγωγός στη Μεσόγειο.
Με την ενέργεια αυτή ο Ερντογάν επαναφέρει στο προσκήνιο τη «Γαλάζια Πατρίδα», αφού τα τουρκικά ερευνητικά επιστρέφουν έτσι στη Μεσόγειο, όπως είχε προαναγγείλει εδώ και μήνες ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ. Πολιτικά, αυτό είναι το σημαντικότερο αποτέλεσμα των ανακοινώσεων και της NAVTEX, γιατί σε τεχνικό επίπεδο από όσα λένε οι Τούρκοι δεν βγαίνει νόημα.
Υποτίθεται ότι ο αγωγός θα ποντιστεί για να τροφοδοτεί με αέριο τα κατεχόμενα, κάτι για το οποίο θα αρκούσε ένας αγωγός με ετήσια δυναμικότητα 0,7 δισ. κυβικών μέτρων, όμως οι Τούρκοι θέλουν να ποντίσουν έναν αγωγό 14 φορές μεγαλύτερο για να μεταφέρουν το αέριο της περιοχής στην Ευρώπη. Με δεδομένο ότι ούτε η Κύπρος ούτε και το Ισραήλ θα δώσουν στον παράνομο τουρκικό αγωγό το αέριό τους, η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι οι Τούρκοι σχεδιάζουν παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή και στην ελληνική ΑΟΖ για να τροφοδοτήσουν το έργο με αέριο, σε περιοχές που επικαλούμενοι το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» υποστηρίζουν ότι είναι δικές τους. Αρα, θα πρόκειται για έναν αγωγό-πρόκληση που θα ανεβάσει την ένταση στην ανατολική Μεσόγειο.
Διπλωματικές πηγές θεωρούν ότι η κίνηση της Τουρκίας είναι ένα ακόμα αποτέλεσμα της πίεσης που ασκεί η Ελλάδα για άρση του casus belli και του αποκλεισμού της γειτονικής χώρας από τον μηχανισμό SAFE, που έχει στοιχίσει στον Τούρκο Πρόεδρο, όπως αναφέραμε ήδη, αφού ακυρώνει το αφήγημά του και του προκαλεί μεγάλο εκνευρισμό.
Ο αντίκτυπος είναι ήδη ορατός στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που διέρχονται μια περίοδο έντονης ψυχρότητας, της μεγαλύτερης από τον Φεβρουάριο του 2022, όταν οι σεισμοί στην Τουρκία και η άμεση ελληνική ανταπόκριση στις εκκλήσεις για βοήθεια δρομολόγησαν την επαναπροσέγγιση και την πολιτική των «ήρεμων νερών». Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες παραμένουν λειτουργικοί, οι διμερείς συναντήσεις έχουν σταματήσει.
Στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ δεν υπήρξε, για πρώτη φορά από το 2022, καμία συνάντηση και σύμφωνα με διπλωματικές πηγές δεν έχει γίνει καμία προετοιμασία για συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν ή Γεραπετρίτη – Φιντάν στη Γ.Σ. του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο. Το φθινόπωρο το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναμένεται να επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο, αφού τον Οκτώβριο αρχίζουν πάλι οι εργασίες της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» αναμένεται να παρουσιαστεί στους Τούρκους βουλευτές.
Kουρδικό και αντιπολίτευση φέρνουν πιο κοντά τις κάλπες
Eκνευρισμό στον Ερντογάν και τριγμούς στην τουρκική κυβέρνηση δημιουργεί το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, που πυροδοτεί σενάρια διαδοχής του στο εσωτερικό του κόμματός του
Η Τουρκία εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία δύο παράλληλες αναδιατάξεις, η ίδρυση του YENI Parti (Nέο Κόμμα) από τον Οζγκιούρ Οζέλ και η μετατροπή του Κουρδικού σε ελεγχόμενη νομοθετική διαδικασία αφοπλισμού του ΡΚΚ, μπορούν να καθορίσουν όχι μόνο τους συσχετισμούς της αντιπολίτευσης και της καθεστωτικής συμμαχίας, αλλά και το αν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα επιλέξει πρόωρες εκλογές, πότε θα τις επιλέξει και με ποιους όρους.
Η πρώτη διαδικασία αφορά τη μεταφορά πολιτικής νομιμοποίησης από το δικαστικά ελεγχόμενο CHP σε νέο νομικό φορέα. Η δεύτερη αφορά τη δημιουργία μιας περιορισμένης συμφωνίας με το φιλοκουρδικό DEM, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει στο καθεστώς κοινοβουλευτικές δυνατότητες για συνταγματική αλλαγή και νέα προεδρική υποψηφιότητα του Ερντογάν, δίνοντας έτσι και οριστική απάντηση σε όσους τροφοδοτούν με σενάρια διαδοχής δυτικά μέσα ενημέρωσης τα οποία σκιαγραφούν την «επόμενη ημέρα» στο κυβερνών κόμμα ΑΚΡ. Οι δύο διαδικασίες εξελίσσονται ταυτόχρονα και γι’ αυτό αλληλοκαθορίζονται.
Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, ο Οζέλ αναμενόταν να ιδρύσει επισήμως την περασμένη Παρασκευή, 24 Ιουλίου, επέτειο της Συνθήκης της Λωζάννης, το YENI Parti, αφού περισσότεροι από 90 βουλευτές του CHP φέρονται να έχουν υπογράψει τα ιδρυτικά έγγραφα και να έχουν προετοιμάσει συντονισμένες παραιτήσεις. Ο φάκελος για την ίδρυση του κόμματος αναμενόταν να κατατεθεί στο υπουργείο Εσωτερικών πριν ο Οζέλ μεταβεί για την προσευχή της Παρασκευής στο τζαμί Χατζί Μπαϊράμ Βελί της Αγκυρας.
Η επιλογή της ημερομηνίας, η αναφορά στην Πρώτη Εθνοσυνέλευση του Ατατούρκ και η θρησκευτική χορογραφία του τζαμιού συγκροτούν μια συνειδητή προσπάθεια να μεταφερθούν στο νέο κόμμα όχι μόνο η κοινοβουλευτική δύναμη του CHP, αλλά και η ρεπουμπλικανική, εθνική, ιστορική και θρησκευτική κληρονομιά του.
Η ίδρυση δεν οργανώνεται ως απλή διάσπαση του CHP, αλλά ως ελεγχόμενη θεσμική μετανάστευση. Ο τουρκικός Τύπος αναφέρει ότι η ομάδα του Οζέλ έχει προετοιμάσει τρία εναλλακτικά ονόματα, ιδρυτές κυρίως βουλευτές, συντομευμένο πρόγραμμα, ταχεία οργάνωση σε 41 επαρχίες και ένα εφεδρικό «Κόμμα της Αλλαγής», ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο διοικητικής, δικαστικής ή εκλογικής παρεμπόδισης.
Περισσότεροι από 90 βουλευτές μπορούν να καταστήσουν το νέο κόμμα κύρια κοινοβουλευτική αντιπολίτευση και να υποβιβάσουν το υπόλοιπο CHP ακόμη και κάτω από το MHP, στερώντας του επιτροπές, γραφεία, συμβούλους και διοικητικούς πόρους. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί έχει ήδη προτείνει να κατανέμεται η κρατική χρηματοδότηση ανάλογα με τον αριθμό των βουλευτών που μετακινούνται, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι η πολιτική νομιμοποίηση μπορεί να ακολουθήσει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Το καθεστώς, συνεπώς, δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να εμποδίσει την τυπική εγγραφή. Η αποτελεσματικότερη στρατηγική του είναι να αποτρέψει τη μεταφορά της κοινωνικής και ηθικής νομιμοποίησης. Η εφημερίδα «Yeni Akit» χαρακτηρίζει ήδη το νέο κόμμα «όχι κόμμα, αλλά εγκληματική οργάνωση», ενώ ο Αμπντουλκαντίρ Σελβί στη «Hürriyet», κατηγορεί τον Οζέλ ότι άφησε στο CHP υποχρεώσεις αποζημιώσεων ύψους 746.981 λιρών.
Η «Yeni Safak» επιμένει στους δισταγμούς βουλευτών και κυρίως μητροπολιτικών δημάρχων, με βασικό επίκεντρο της προσοχής τον Μανσούρ Γιαβάς της Αγκυρας. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό όριο του εγχειρήματος, όπως εκτιμούν καθεστωτικοί πολιτικοί αναλυτές: ο Οζέλ μπορεί να αποκτήσει περισσότερους από 90 βουλευτές χωρίς να εξασφαλίσει αυτομάτως τη μητροπολιτική εκτελεστική ισχύ, την προεδρική υποψηφιότητα και το σύνολο της εκλογικής βάσης του CHP.
Ενδεχόμενη ρήξη
Ο Μεχμέτ Οτσακτάν στην «Karar» βλέπει, αντίθετα, μια δυνατότητα ανάλογη με τη ρήξη των ιδρυτών του AKP με τον παραδοσιακό Νεχμετίν Ερμπακάν το 2000. Αν ο Οζέλ και ο Εκρέμ Ιμάμογλου διατηρήσουν τον πυρήνα του CHP, αλλά δημιουργήσουν μια «Συμμαχία της Τουρκίας» που θα συνδέει σοσιαλδημοκράτες, συντηρητικούς, εθνικιστές, Κούρδους και φιλελεύθερους, η δικαστική κατάληψη του CHP μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικά αυτοκαταστροφική για το καθεστώς.
Αν όμως οι μητροπολιτικοί δήμαρχοι παραμείνουν διχασμένοι, γίνεται πιθανότερο το σενάριο τριών ανταγωνιστικών σχημάτων: του υπολειμματικού CHP του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, του κόμματος του Οζέλ και ενός τρίτου, αυθεντικότερου κεμαλικού φορέα.
Στο Κουρδικό, η διαπραγμάτευση έχει περάσει πλέον τον Ρουβίκωνα και το σχετικό νομοσχέδιο-πλαίσιο αναμένεται να κατατεθεί στην Εθνοσυνέλευση στις 27 Ιουλίου και να κινηθεί γρήγορα μέσω της Επιτροπής Δικαιοσύνης. Αν δεν προλάβει να ψηφιστεί πριν από τη θερινή διακοπή, εξετάζεται ακόμη και έκτακτη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης στις 15 Αυγούστου, επέτειο των πρώτων μεγάλων επιθέσεων του PKK το 1984. Η επιλογή της ημερομηνίας θα επέτρεπε στο καθεστώς να παρουσιάσει τον νόμο ως νομική επικύρωση της παράδοσης και όχι ως παραχώρηση.
Πάντως, η υπό διαμόρφωση ρύθμιση δεν αποτελεί συνολική ειρηνευτική συμφωνία. Περίπου 200 ανώτερα στελέχη του PKK προβλέπεται να εγκατασταθούν στο Σουλεϊμάνιγιε του βόρειου Ιράκ, ώστε να παραμείνουν εκτός Τουρκίας αλλά εντός της επιχειρησιακής εμβέλειας της MΙT. Μη βίαια μέλη, ορισμένα ευρωπαϊκά στελέχη και σοβαροί παραβάτες, θα ενταχθούν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες.
Όσοι δεν συμμετείχαν σε ένοπλες ενέργειες θα μπορούν να επιστρέψουν στην Τουρκία υπό όρους, ενώ όσοι συνδέονται με βομβιστικές επιθέσεις ή δολοφονίες θα εξαιρεθούν από το πρώτο στάδιο. Η επιλογή του Σουλεϊμάνιγιε είναι περισσότερο λύση επιχειρησιακού ελέγχου παρά εξορίας: η Άγκυρα θέλει να αποτρέψει τη στρατολόγηση της ηγεσίας του PKK από ξένες υπηρεσίες και να τη διατηρήσει υπό παρακολούθηση.
Η κρίσιμη σύγκρουση αφορά το ποιος θα πιστοποιεί τον αφοπλισμό: Η κουρδική πλευρά προτιμά πολιτικό μηχανισμό υπό κοινοβουλευτική εποπτεία, ενώ το AKP θεωρεί την επαλήθευση τεχνική λειτουργία ασφαλείας. Η MΙT και οι κρατικές υπηρεσίες θα καταγράφουν αριθμούς μαχητών, είδη και ποσότητες όπλων και πρόοδο διάλυσης των δομών, ενώ η Εθνοσυνέλευση θα ενημερώνεται εκ των υστέρων. Το καθεστώς διατηρεί έτσι την εξουσία να αποφασίζει αν η συμμόρφωση είναι επαρκής για να ενεργοποιήσει μεταγενέστερες παραχωρήσεις.
Η Νουράι Μπαμπατσάν στη «Nefes», εξηγεί ότι η στενότητα της ρύθμισης είναι συνειδητή καθώς, όπως έγραψε στο σχετικό της άρθρο, στο AKP συνυπάρχουν ο φόβος επανάληψης της αποτυχίας προηγούμενων ανοιγμάτων στους Κούρδους, η άποψη ότι το αποδυναμωμένο PKK δεν δικαιολογεί ευρείες παραχωρήσεις και η επιλογή της αργής διαπραγμάτευσης ως επίδειξης ισχύος. Το μήνυμα είναι ότι «το τιμόνι βρίσκεται στα χέρια μας».
Σύνδεση
Αυτό είναι το σημείο όπου το Κουρδικό συνδέεται με τις εκλογές. Μια περιορισμένη συμφωνία με το DEM θα μπορούσε να ανοίξει δρόμο για τις ψήφους που απαιτούνται για συνταγματική αλλαγή και νέα υποψηφιότητα του Ερντογάν. Ωστόσο, η κουρδική βάση θα κρίνει τη διαδικασία όχι από την παράδοση των όπλων, αλλά από το αν η πιστοποίηση της MΙT θα οδηγήσει σε μέτρα για κρατουμένους, επιτρόπους στους δήμους και νόμιμο πολιτικό χώρο.
Αν αυτά δεν ακολουθήσουν, το καθεστώς θα έχει επιτύχει αφοπλισμό χωρίς πολιτική επίλυση, εκτιμούν συνομιλητές της Realnews στην Τουρκία, προειδοποιώντας ότι η κουρδική στήριξη στον Ερντογάν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο Τούρκος Πρόεδρος, συνεπώς, δεν θα αποφασίσει για πρόωρες εκλογές κοιτάζοντας τις δημοσκοπήσεις, αλλά θα περιμένει να δει αν το DEM μπορεί να ενταχθεί σε ελεγχόμενη συνταγματική συναίνεση, αν το YENI Parti θα μεταφέρει δημάρχους και κοινωνική δυναμική ή μόνο βουλευτές και αν η πίεση κατά της αντιπολίτευσης θα συνεχίσει να αποδίδει χωρίς να προκαλεί αντίδραση.
Αν το DEM προσφέρει κοινοβουλευτικό χώρο και ο Οζέλ αποτύχει να ενοποιήσει δήμους, προεδρικό μηχανισμό και εκλογική βάση, οι πρόωρες εκλογές θα γίνουν ελκυστικό εργαλείο εδραίωσης. Αν όμως το νέο κόμμα αποκτήσει γρήγορα κοινωνική ορμή και το Κουρδικό προκαλέσει εθνικιστική ρωγμή, ο Ερντογάν είναι πιθανότερο να καθυστερήσει.

