Του Τάσου Δασόπουλου
Παρά τη χαμηλότερη ένταση σε σχέση με αυτή του 2022, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει πότε και πώς θα τελειώσει η κρίση στην οικονομία, γεγονός που ανησυχεί όλο και πιο πολύ την Ε.Ε. και την Ελλάδα, οι οποίες εξαρτώνται απόλυτα από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων.
Στην Αθήνα επικρατεί συγκρατημένη ανησυχία, αφού η οικονομία θα κινηθεί και φέτος μέσα από αρκετές σταθερές (όπως π.χ. η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και η καλή πορεία του τουρισμού), αλλά δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτη απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Προς το παρόν, το ΥΠΕΘΟ επισημοποίησε την πρώτη αναθεώρηση ανάπτυξης και πληθωρισμού μέσα από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, το οποίο έστειλε την Πέμπτη στις Βρυξέλλες.
Συγκεκριμένα, στο αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό και διαρθρωτικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2029 περιλαμβάνει την αναθεώρηση της ανάπτυξης της οικονομίας για φέτος από 2,4% στο 2% και του πληθωρισμού στο 3,2%,από 2,2% που προέβλεπε ο Προϋπολογισμός του 2026. Ωστόσο σε λίγο καιρό αυτές οι προβλέψεις μπορεί να θεωρούνται πλέον αισιόδοξες, άρα να είναι αναγκαία νέα αναθεώρηση των μεγεθών.
Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να αναμένεται πριν από τη σύνταξη του προσχεδίου του Προϋπολογισμού τον Σεπτέμβριο, όταν θα υπάρχει ήδη ένα εξάμηνο κατά οποίο θα έχουμε αναταράξεις στις τιμές της ενέργειας και κλειστά τα στενά του Ορμούζ. Το σενάριο αυτό έχει ως βάση ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί και μετά το καλοκαίρι που έχουμε μπροστά μας και η μέση τιμή του πετρελαίου θα φτάσει στα 95-98 δολάρια το βαρέλι, έναντι του σεναρίου που εντάχθηκε στο μεσοπρόθεσμο και βασίζεται σε τιμή πετρελαίου τα 89 δολάρια το βαρέλι.
Η ανησυχία των Βρυξελλών
Οι δυσοίωνες προβλέψεις έρχονται προς το παρόν κυρίως από τις Βρυξέλλες και τους εκπροσώπους των θεσμών. Ο επίτροπος αρμόδιος για οικονομικά θέματα, Βάλντις Ντομπρόβσκις, από τα μέσα Μαρτίου μιλάει για μια πανευρωπαϊκή επιβράδυνση από 0,4% έως και 0,6%, ενώ υπάρχει και ένα εξαιρετικά δυσμενές σενάριο που θέλει την οικονομική επιβράδυνση για την Ε.Ε. μέχρι και 1%. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στις δημόσιες εμφανίσεις του ο Λετονός επίτροπος αναφέρει σε κάθε ευκαιρία το ενδεχόμενο του στασιμοπληθωρισμού στην Ε.Ε., δίνοντας εμμέσως και ένα μήνυμα στην ΕΚΤ, να είναι προσεκτική στις επιλογές που θα κάνει, σχετικά με τις αυξήσεις επιτοκίων που σχεδιάζει για τον Ιούνιο.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, μιλώντας στο Ευρωκοινοβούλιο τόνισε ότι ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί την Ευρώπη με κρίση πολλών ετών. Μίλησε για απώλειες της τάξης των 500 εκατ. ευρώ την ημέρα εξαιτίας των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας και συνολικά 27 δισ. ευρώ από τις αρχές της κρίσης. Η πρόεδρος της Κομισιόν επίσης άφησε να εννοηθεί ότι δεν σκέφτεται την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής, για να μπορέσουν όλα τα κράτη-μέλη να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στις επιπτώσεις της κρίσης. Ειδικότερα αναφερόμενη στο θέμα των μέτρων στήριξης, ξεκαθάρισε ότι στην παρούσα φάση θα πρέπει να στηριχτούν μόνο οι οικονομικά αδύναμοι και οι επιχειρήσεις.
Στην ΕΚΤ υπάρχουν πλέον μέλη του δ.σ. που δηλώνουν ότι το βασικό σενάριο για την οικονομία της Ευρωζώνης (ανάπτυξη 0,9% και πληθωρισμός 2,6 %) έχει πλέον ξεπεραστεί και πρέπει να θεωρούμε ως βασικό σενάριο το δυσμενές, που θέλει για φέτος πληθωρισμό 3,5% σε ετήσια βάση και ανάπτυξη στο 0,6%.
Ανησυχία για το δυσμενές σενάριο
Την ίδια ώρα, πίσω από την καλή εικόνα που θέλει να δίνει το οικονομικό επιτελείο για την πορεία της οικονομίας, ανησυχεί για τη συνεχή παράταση της ενεργειακής κρίσης, η οποία δεν έχει –τουλάχιστον προς το παρόν– την ένταση που είχε το 2022, αλλά είναι πολύ πιθανό να ξεπεράσει σε διάρκεια τους 3 μήνες. Το διάστημα αυτό είναι η “κόκκινη γραμμή”, πέρα από την οποία το οικονομικό επιτελείο θα πρέπει να προχωρήσει σίγουρα σε νέα αναθεώρηση των μεγεθών, ειδικά για το 2026.
Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχουν ανεπίσημα σενάρια για την οικονομία, που θέλουν την ανάπτυξη να υποχωρεί στο 1,4% παραμένοντας όμως πολλαπλάσια από αυτήν της Ευρώπης και τον πληθωρισμό να σκαρφαλώνει πάνω από το 4% του ΑΕΠ. Σε αυτό το σενάριο επιπτώσεις θα υπάρξουν κυρίως στις εξαγωγές και ειδικότερα στον τουρισμό, για τον οποίο προβλέπεται στασιμότητα σε σχέση με το 2025. Επίσης, στο σενάριο αυτό η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα είναι οριακά πάνω από 1%, από 1,9% που προβλέπεται επίσημα σήμερα.
Οι αυξήσεις των επιτοκίων
Σταθερά για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού θα είναι τα 17 δισ. ευρώ των δημοσίων επενδύσεων, λόγω και της ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ωστόσο, η αύξηση ή οι αυξήσεις των επιτοκίων που σχεδιάζει η ΕΚΤ θα έχουν επίδραση στις ιδιωτικές επενδύσεις, αφού πλέον οι τράπεζες έχουν θετική πιστωτική επέκταση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ΥΠΕΘΟ αναμένει για φέτος επενδύσεις ύψους 40 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 23 δισ. θα είναι ιδιωτικές επενδύσεις. Σε αυτές αναμένεται να έχουν επίδραση οι αυξήσεις των επιτοκίων, αφού η αβεβαιότητα που έχει δημιουργηθεί λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα επηρεάσει τις επενδύσεις σε όλη την Ευρώπη, η οποία πάσχει λόγω της έλλειψης ενεργειακής επάρκειας και από τον κανόνα δεν θα ξεφύγει η Ελλάδα.
Ωστόσο, στο ΥΠΕΘΟ κυριαρχεί η ψυχραιμία, που βασίζεται στο ότι η κρίση φαίνεται ότι θα έχει διάρκεια, αλλά δεν έχει σίγουρα την ένταση που είχε η κρίση του 2022 και άρα οι συνέπειες στην οικονομία σε σχέση με τη διάρκεια δεν θα είναι τόσο μεγάλες, ενώ θα χρειαστούν πολύ λιγότερα για μέτρα στήριξης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

