
Το “Τείχος Δημοκρατίας” έπεσε στη Σουηδία ήδη τον Οκτώβριο του 2022. Τότε τα κόμματα της Κεντροδεξιάς, οι Χριστιανοδημοκράτες, οι “Μετριοπαθείς” και οι Φιλελεύθεροι υπέγραψαν μια ευρεία “μεταρρυθμιστική ατζέντα” με τους “Σουηδούς Δημοκράτες” όπως αποκαλείται το κόμμα της Ακροδεξιάς στη χώρα. Ήταν το κόμμα που είχε έρθει δεύτερο στις εκλογές με ποσοστό 20,5% πίσω από τους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν 30,3%, αλλά δεν είχαν συμμάχους για να κυβερνήσουν. Το στρατόπεδο της Κεντροδεξιάς με την ανοχή των “Δημοκρατών” κατάφερε έτσι να σχηματίσει κυβέρνηση διαθέτοντας μια οριακή πλειοψηφία 178 εδρών έναντι 173 της αντιπολίτευσης.
Στην ουσία το ακροδεξιό κόμμα του Τζίμι Άκεσον, που γεννήθηκε το 1988 ως πολιτικός φορέας μια κυριολεκτικά παραστρατιωτικής ακροδεξιάς, ήταν αυτό που κινούσε τα νήματα την τελευταία τετραετία, αφού χωρίς τις δικές του ψήφους κανένα νομοσχέδιο, καμιά απόφαση δεν μπορούσε να περάσει από τη Βουλή.
Εκλογές χωρίς μεγάλα φαβορί
Η έμμεση αυτή συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας δεν απομυθοποίησε τελικά τους ακροδεξιούς όπως έλπιζαν μερικοί. Στις εκλογές που γίνονται την Κυριακή τα προγνωστικά τους δίνουν και πάλι ποσοστά γύρω στο 20%. Το σημαντικό είναι όμως ότι αυτοί τελικά καθορίζουν την πολιτική ατζέντα εδώ και μια τερταετία παρά τις προσπάθειες που καταβάλουν τώρα, έστω προεκλογικά, οι Σοσιαλδημοκράτες για να την αλλάξουν. Εξαίρεση το θέμα της μετανάστευσης, όπου και αυτοί τηρούν μια μάλλον σκληρή γραμμή.
Το μεταναστευτικό παρεμένει αιχμή του δόρατος για το κόμμα του Άκεσον. Τον περασμένο Αύγουστο οι κάτοικοι της δυτικής Σουηδίας είδαν στα δημοτικά λεωφορεία το σύνθημα “Σου λείπει το Μογκαντίσου; Η επιχορήγηση επιστροφής θα σε βοηθήσει να γυρίσεις σπίτι” το οποίο απευθυνόταν σε εργαζόμενους από τη Σομαλία που ζουν στη χώρα. Παραδοξότητα ότι 20 από αυτούς ήταν οδηγοί λεωφορείων που τις επόμενες ημέρες δήλωσαν ασθένεια φοβούμενοι επιθέσεις εναντίον τους.
Η κυβέρνηση έχει πράγματι ξεκινήσει ένα πρόγραμμα “Remigration”, αντίστροφης μετανάστευσης δίνοντας μέχρι και 30.000 ευρώ σε όσους θέλουν να επιστρέψουν. Σάλος προκλήθηκε, πάντως όταν τέτοιες επιστολές έλαβαν και παιδιά μεταναστών που ζουν και εργάζονται μόνιμα στη χώρα εδώ και χρόνια.
Μπροστά οι Σοσιαλδημοκράτες
Οι Σοσιαλδημοκράτες προηγούνται και φέτος στις δημοσκοπήσεις, αν και με ποσοστά χαμηλότερα από εκείνα του 2022 και κινούνται μεταξύ 26 και 28%. Με άλλα λόγια μπορεί και να έχουν το χειρότερο ποσοστό τους εδώ και 100 χρόνια, σε μια χώρα που σε περασμένες δεκαετίες ήταν οι απόλυτοι κυρίαρχοι και αποτελούσαν υπόδειγμα σε όλη την Ευρώπη για το κοινωνικό μοντέλο που είχαν προωθήσει.
Η πρόεδρός τους Μαγκνταλένα Άντερσον ελπίζει σε μια οριακή πλειοψηφία του στρατοπέδου της Κεντροαριστεράς και Αριστεράς, αφού η κυβέρνηση έχει προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις με την πολιτική της στον κοινωνικό τομέα και δύσκολα θα μπορέσει να συνεχίσει με την ίδια σύνθεση. Ωστόσο προτίμησε να προλάβει τις εξελίξεις απευθύνοντας μήνυμα διαλόγου και συνεργασίας σε όλα τα κόμματα πλην “Δημοκρατών”. Το σύνθημά της είναι “συνοχή”. Δηλώνει στο προεκλογικό της πρόγραμμα ότι “σε δύσκολες στιγμές οι Σουηδοί πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι. Αρνούμαστε να δεχτούμε ότι η χώρα μας είναι διχασμένη και ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων με βάση την καταγωγή, τη θρησκεία ή το φύλο”.
Η αλήθεια είναι ότι πολλές από τις παλιές διαφορές των κομμάτων σε αυτό το πολυκομματικό κοινοβουλευτικό σκηνικό έχουν ξεπεραστεί. Ωστόσο ο δημοκρατικός διάλογος “υποφέρει” από την κυριαρχία του ακροδεξιού λόγου. Εκεί που φαίνεται να υπάρχει ευρύτερη συμφωνία είναι σε ότι αφορά την προστασία των συνόρων σε όλα τα επίπεδα, από τότε που η χώρα αποφάσισε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Με έμφαση στον κοινωνικό τομέα
Η Άντερσον πάντως θέλει να κερδίσει ψηφοφόρους επικεντρωμένη σε παραδοσιακά “αριστερά” θέματα, όπως η δωρεάν ή έστω φθηνή ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη, περιορισμοί στην αγορά των ενοικίων, διασφάλιση των συντάξεων και καταπολέμηση της ανεργίας που είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Ως πρώην υπουργός Οικονομικών θεωρείται αρκετά αξιόπιστη, όταν δηλώνει ότι η Σουηδία έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα στιβαρό κοινωνικό κράτος. Αρκεί, όπως λέει, η κυβέρνηση να μην έχει ως βασικό στόχο της την περαιτέρω ελάφρυνση των εισοδηματικά ισχυρότερων, κάτι που φάνηκε να επιδιώκει και τελικά να πετυχαίνει με τις φορολογικές της μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.
-: Deutsche Welle


