Αμερικανοί αξιωματούχοι διαμαρτυρήθηκαν προς το Βερολίνο, μετά τις δημόσιες επικρίσεις Γερμανών αξιωματούχων για την αμερικανική παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος, καθώς και για τη σκληρή στάση της Γερμανίας απέναντι στη Ρωσία κατά τη διάρκεια της συνάντησης της G20 αυτή την εβδομάδα, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα τα οποία επικαλείται το πρακτορείο Bloomberg.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του μέσω αρκετών διαύλων για δηλώσεις του προέδρου της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι οποίες ζήτησαν να μην κατονομαστούν λόγω του ιδιωτικού χαρακτήρα των συνομιλιών.
Ο Νάγκελ δήλωσε σε δημοσιογράφους στη Βόρεια Καρολίνα ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να είχαν συντονιστεί με τους Ευρωπαίους εταίρους τους πριν από την πώληση ευρώ με στόχο τη στήριξη του ιαπωνικού γεν.
Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την αδιάλλακτη και ανοιχτά συγκρουσιακή στάση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ απέναντι στον Ρώσο ομόλογό του, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα.
Ο Μπέσεντ είχε προσκαλέσει τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τα υπόλοιπα μέλη της G20. Ο Κλίνγκμπαϊλ αρνήθηκε να συμμετάσχει στην παραδοσιακή οικογενειακή φωτογραφία της G20 μαζί με τον Σιλουάνοφ, έχοντας τη στήριξη και άλλων Ευρωπαίων συμμετεχόντων.
Ο Ρώσος υπουργός τελικά αποκλείστηκε από τη φωτογράφιση την τελευταία στιγμή, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και η Bundesbank αρνήθηκαν να σχολιάσουν, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.
Η αντιπαράθεση αντανακλά τις ολοένα και πιο τεταμένες σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, οι οποίες έχουν βρεθεί επανειλημμένα σε διαφωνία από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, σε ζητήματα που εκτείνονται από τους εμπορικούς δασμούς έως τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Ο Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε ότι ήταν “ενοχλημένος” από την απόφαση να προσκληθεί ο Σιλουάνοφ, ο οποίος δεν είχε συμμετάσχει στις πρόσφατες συναντήσεις της G20, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για “προσπάθεια κανονικοποίησης” των σχέσεων με τη Ρωσία, παρά τις συνεχιζόμενες επιθέσεις της εναντίον της γειτονικής της χώρας.
Λίγο μετά την αποχώρηση της γερμανικής αντιπροσωπείας από τη συνάντηση, ο Μπέσεντ επέκρινε δημόσια τη συμπεριφορά του Κλίνγκμπαϊλ κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης.
“Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών σηκώθηκε και γύρισε την πλάτη του όταν μιλούσε ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών”, δήλωσε ο Μπέσεντ.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκδοχή αμφισβητείται από άτομα που γνωρίζουν το περιστατικό. Ένα από αυτά ανέφερε ότι ο Κλίνγκμπαϊλ ήρθε σε άμεση αντιπαράθεση με τον Ρώσο υπουργό κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και τον κάλεσε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Οι εντάσεις είχαν γίνει εμφανείς ακόμη και πριν από το ταξίδι του Κλίνγκμπαϊλ στις ΗΠΑ. Πριν από την αναχώρησή του, είχε ασκήσει συγκαλυμμένη κριτική στην κυβέρνηση Τραμπ.
Ενώ οι ΗΠΑ είχαν θέσει την οικονομική ανάπτυξη στο επίκεντρο της συνάντησης, ο Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε πριν από τη σύνοδο, και επανέλαβε αρκετές φορές στο περιθώριό της, ότι πόλεμοι όπως αυτός στο Ιράν και οι εμπορικές συγκρούσεις αποτελούν “δηλητήριο για την οικονομία”.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι “όλοι” έχουν ευθύνη να συμβάλουν στη διαμόρφωση σταθερών γεωπολιτικών συνθηκών. Οι δηλώσεις αυτές εκλήφθηκαν ως μήνυμα προς την Ουάσινγκτον.
Ο Κλίνγκμπαϊλ επέκρινε επίσης έντονα την απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να αποκλείσει δημοσιογράφους από την κάλυψη της συνάντησης της G20.
Χαρακτήρισε “απαράδεκτο” να αποκλείονται “μεμονωμένοι δημοσιογράφοι” ή “ολόκληροι ειδησεογραφικοί οργανισμοί”, προσθέτοντας ότι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μεταδίδουν “ανοιχτά και ελεύθερα” από τη συνάντηση.
Πριν από τη σύνοδο, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών παρενέβη στα υψηλότερα διπλωματικά επίπεδα, σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την απόρριψη αιτημάτων διαπίστευσης δημοσιογράφων που ταξίδευαν με την αντιπροσωπεία Τύπου του Κλίνγκμπαϊλ. Η παρέμβαση είχε ως αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ένα από τα δύο αιτήματα.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε αρνηθεί τη διαπίστευση σε δημοσιογράφους αρκετών μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων το Bloomberg News και η Wall Street Journal.


