
Τον κίνδυνο για ενδεχόμενη απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου υπογραμμίζουν οι οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προειδοποιώντας ότι τα «δίχτυα ασφαλείας» που μέχρι σήμερα περιόρισαν τις επιπτώσεις της ενεργειακής αναταραχής σταδιακά εξαντλούνται, όσο παραμένει σε ισχύ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Σε ειδική ανάλυση της ΕΚΤ, οι οικονομολόγοι Λέα Ντέμουθ, Άνα-Σιμόνα Μάνου και Άρθουρ Στάλα-Μπουρντιγιόν επισημαίνουν ότι, παρά τη χωρίς προηγούμενο αναστάτωση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντέδρασαν αρχικά πιο ήπια από ό,τι θα ανέμενε κανείς.
Όπως εξηγούν, η περιορισμένη αντίδραση των τιμών οφείλεται στο γεγονός ότι οι αγορές ήταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένες σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2022. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν, τα περιθώρια απορρόφησης των κραδασμών περιορίζονται όσο παρατείνεται η κρίση.
Η ιδιαιτερότητα της αγοράς πετρελαίου
Οι συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου οδήγησαν στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, σύμφωνα με την ανάλυση.
Παρά τη μερική αντιστάθμιση των απωλειών μέσω των αγωγών της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η καθαρή μείωση της διαθέσιμης προσφοράς εκτιμάται στα 14 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 14% της παγκόσμιας παραγωγής.
Το μέγεθος της διαταραχής είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όταν η απώλεια προσφοράς είχε φτάσει μόλις το 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 1% της παγκόσμιας παραγωγής.
Με βάση τα ιστορικά δεδομένα, μια τόσο μεγάλη διαταραχή θα μπορούσε να είχε προκαλέσει άνοδο των τιμών ακόμη και κατά 105%. Ωστόσο, έως τις αρχές Ιουνίου του 2026, η τιμή του πετρελαίου είχε διαμορφωθεί κοντά στα 94 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας αύξηση περίπου 29% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου.
Οι παράγοντες που συγκράτησαν τις τιμές
Η ΕΚΤ αποδίδει τη μέχρι τώρα περιορισμένη αντίδραση της αγοράς σε τέσσερις βασικούς παράγοντες:
– Υψηλότερη προσφορά: Σε αντίθεση με το 2022, όταν υπήρχε έλλειμμα στην αγορά, το 2026 ξεκίνησε με πλεόνασμα περίπου 2,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως, λόγω κυρίως της αυξημένης παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ και της αυξανόμενης χρήσης ηλεκτρικών οχημάτων στην Κίνα.
– Μεγαλύτερα αποθέματα: Τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα. Ειδικά η Κίνα αύξησε την κάλυψη των αποθεμάτων της από 92 ημέρες το 2023 σε περίπου 115 ημέρες στις αρχές του 2026.
– Περιορισμένη ζήτηση: Η μείωση της κατανάλωσης στην Ασία, κυρίως στον τομέα των πετροχημικών και των αεροπορικών καυσίμων στη Μέση Ανατολή, περιόρισε τις πιέσεις. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προβλέπει ετήσια υποχώρηση της ζήτησης κατά 2%.
– Παρέμβαση μέσω στρατηγικών αποθεμάτων: Η συντονισμένη απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα των χωρών του IEA ξεπέρασε κατά πολύ την αντίστοιχη κίνηση του 2022, όταν είχαν διατεθεί 182 εκατ. βαρέλια.
Φυσικό αέριο: Η διαφορά σε σχέση με το 2022
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στην αγορά φυσικού αερίου. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει περιορίσει περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), δηλαδή περίπου 110 δισ. κυβικά μέτρα.
Για σύγκριση, το 2022 η Ευρώπη είχε χάσει περίπου 126 δισ. κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Και στις δύο περιπτώσεις η απώλεια αντιστοιχεί περίπου στο 9% της συνολικής ζήτησης Ευρώπης και Ασίας.
Η τιμή αναφοράς TTF στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 53%, φτάνοντας τα 49 ευρώ ανά MWh, ενώ τα ιστορικά μοντέλα προέβλεπαν μεγαλύτερη άνοδο, περίπου 81%.
Η διαφορά από την κρίση του 2022 οφείλεται, σύμφωνα με την ΕΚΤ, σε δύο βασικά στοιχεία:
– Διαφορετικές αρχικές συνθήκες: Πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, οι ευρωπαϊκές τιμές βρίσκονταν σε χαμηλότερα επίπεδα, μεταξύ 28 και 40 ευρώ/MWh, καθώς η Ευρώπη είχε ήδη περιορίσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο και είχε αυξημένα αποθέματα. Αντίθετα, το 2022 οι τιμές είχαν ήδη εκτοξευθεί στα 80-90 ευρώ/MWh πριν από τη ρωσική εισβολή.
– Απουσία έντονου ανταγωνισμού για LNG: Το 2022 η Ευρώπη αναγκάστηκε να ανταγωνιστεί την Ασία για την εξασφάλιση φορτίων LNG, ανεβάζοντας σημαντικά τις τιμές. Το 2026, η μειωμένη ασιατική ζήτηση και η διαφοροποίηση των ενεργειακών επιλογών της Κίνας περιόρισαν τον ανταγωνισμό.
Οι κίνδυνοι από μια παρατεταμένη κρίση
Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ επισημαίνουν ότι το μέγεθος μιας ενεργειακής διαταραχής δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την πορεία των τιμών.
Ωστόσο, προειδοποιούν ότι η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη. Η νέα έξαρση των στρατιωτικών επιχειρήσεων τον Ιούλιο ενισχύει τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης διακοπής στη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα διαθέσιμα «μαξιλάρια ασφαλείας» θα εξαντλούνται σταδιακά, οι αγορές θα εγκαταλείψουν την προσδοκία μιας γρήγορης αποκλιμάκωσης και οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές θα μπορούσαν να ενταθούν σημαντικά.
Αντίθετα, μια μόνιμη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά θα μπορούσε να οδηγήσει σε αισθητή αποκλιμάκωση των τιμών, επιταχύνοντας παράλληλα τη στροφή των καταναλωτών σε πιο ασφαλείς και εναλλακτικές ενεργειακές πηγές.


