Δεν υπάρχει κατάλογος εστιατορίου ούτε κάποιος σερβιτόρος που περιμένει να πάρει παραγγελία. Οι επισκέπτες φορούν ποδιές, βγαίνουν στον κήπο, κόβουν βότανα και αρωματικά, μαζεύουν λαχανικά από το μποστάνι, ζυμώνουν και ανάβουν την ανοιχτή φωτιά.
Ύστερα κάθονται όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι.
Κάπως έτσι, στην ενδοχώρα των Χανίων, ο τουρίστας παύει για λίγες ώρες να είναι τουρίστας. Δεν παρακολουθεί μια επίδειξη κρητικής κουζίνας. Γίνεται μέρος της.
«Η κρητική φιλοξενία δεν είναι ένα καλωσόρισμα. Είναι ταυτότητα. Είναι στάση ζωής, σεβασμός στον άνθρωπο, είναι ιδέα που γίνεται καθημερινότητα και ευθύνη», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ελένη Κωτσάκη, ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού της Cretan Gea.
Και πίσω από αυτή την πόρτα κρύβεται μια διαφορετική ιδέα για το τι μπορεί να σημαίνει τουρισμός στην Κρήτη.
Όχι να δουν την Κρήτη. Να γίνουν μέρος της
Η ιδέα, όπως εξηγεί, δεν γεννήθηκε ως επιχειρηματικό σχέδιο. Προέκυψε μέσα από έναν τρόπο ζωής.
Το σπίτι ήταν πάντοτε ανοιχτό σε φίλους, ανθρώπους του τόπου και επισκέπτες. Το τραπέζι στρωνόταν, όλοι μαγείρευαν μαζί και οι ιστορίες περνούσαν από τον έναν στον άλλο μαζί με το ψωμί, το κρασί και το φαγητό.
«Κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό που εμείς ζούσαμε αυθόρμητα μπορούσε να αποτελέσει μια μοναδική εμπειρία και για έναν επισκέπτη της Κρήτης», θυμάται.
Έτσι γεννήθηκε η Cretan Gea και η ΚοινΣΕπ «Ενδοχώρα», με μία απλή φιλοσοφία: να μη “δείχνουν” την κρητική κουζίνα στους ταξιδιώτες, αλλά να τους προσκαλούν να συμμετέχουν σε αυτήν.
Στον Αποκόρωνα, στις Βουκολιές, στον Πλατανιά και σε άλλες περιοχές των Χανίων, επισκέπτες ακολουθούν την ομάδα σε μοναστήρια, παραδοσιακά σπίτια, κήπους και χωριά. Μαζεύουν πρώτες ύλες, γνωρίζουν τα τοπικά προϊόντα και μαγειρεύουν μαζί με τους ανθρώπους του τόπου.

Η στιγμή που βάζουν την ποδιά
Η αλλαγή, λέει η Ελένη Κωτσάκη, φαίνεται σχεδόν αμέσως. «Κανένας δισταγμός. Βάζουν την ποδιά τους και ξεκινούν συλλογή βοτάνων και αρωματικών από τον βοτανόκηπο, λαχανικών από το μποστάνι, ζύμωμα, άναμμα ανοικτής φωτιάς».
Και τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα χωρά σε ένα συμβατικό τουριστικό πακέτο. Οι επισκέπτες κάνουν λάθη, γελούν, δοκιμάζουν, ρωτούν και αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται στη δική τους κουζίνα.
«Δεν είναι πλέον θεατές μιας κρητικής γαστρονομικής παράδοσης, αλλά συμμετέχουν οι ίδιοι σε αυτήν», λέει. Για την ίδια, η πιο δυνατή στιγμή έρχεται λίγο αργότερα, όταν εξαφανίζεται η απόσταση ανάμεσα στον οικοδεσπότη και τον επισκέπτη.
«Μέσα από το μαγείρεμα, το τραπέζι, τις κουβέντες, το γέλιο, δημιουργείται μια οικειότητα σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Οι άνθρωποι που ήρθαν ως επισκέπτες φεύγουν έχοντας γίνει κομμάτι της παρέας, της οικογένειάς μας».
Από τα Μεσκλά της δεκαετίας του ’60 στο σήμερα
Για την Ελένη Κωτσάκη, η σχέση αυτή με το φαγητό πηγαίνει πολύ πίσω. Μεγάλωσε στα Μεσκλά, σε ένα παραδοσιακό χωριό των Χανίων, τη δεκαετία του 1960. Η φύση, οι εποχές, τα ήθη και τα έθιμα δεν ήταν τότε κάτι που έπρεπε να «διασωθεί». Ήταν απλώς η καθημερινότητα.
Οι γνώσεις της γιαγιάς και της μητέρας της πέρασαν στην ίδια σχεδόν ασυναίσθητα. «Όλα αυτά τα βιώματα είχαν γίνει αποτύπωμα μέσα μου, τρόπος ζωής», λέει.
Ψωμί, ελιές, λάδι, κρασί, χόρτα και ό,τι άλλο υπήρχε στο σπίτι έμπαιναν στο τραπέζι. Όχι ως «γαστρονομικό concept», αλλά ως πράξη φιλοξενίας.
Αυτήν ακριβώς τη σύνδεση επιχειρεί σήμερα να μεταφέρει από το παρελθόν στο παρόν, αναδεικνύοντας όχι μόνο συνταγές αλλά και παλιές τεχνικές, προϊόντα, ιστορίες και ανθρώπους της κρητικής υπαίθρου.

Το «μυστικό» που ανακαλύπτουν οι ξένοι
Και τι εντυπωσιάζει περισσότερο τους ξένους; Παραδόξως, όχι κάποιο περίτεχνο πιάτο.
Είναι το γεγονός ότι από λίγα, φαινομενικά ταπεινά υλικά – ελαιόλαδο, χόρτα, μυρωδικά, τυρί, μυζήθρα – μπορεί να δημιουργηθεί ένα τόσο πλούσιο τραπέζι.
Στην πορεία ανακαλύπτουν ότι το πραγματικό «μυστικό» της κρητικής κουζίνας δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη συνταγή.
Βρίσκεται στον τρόπο που το φαγητό ετοιμάζεται και, κυρίως, στον τρόπο που μοιράζεται.
«Η γεύση δεν βρίσκεται μόνο στη συνταγή, αλλά στον τρόπο που μαγειρεύεις και μοιράζεσαι το φαγητό. Αφορμή για μια παρέα, μια ιστορία, ένα γέλιο και ένα μεγάλο τραπέζι. Τότε καταλαβαίνουν πραγματικά τι σημαίνει κρητική φιλοξενία», εξηγεί.
Όταν η Κρήτη μπαίνει στις κουζίνες του κόσμου
Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια αυτών των συναντήσεων αρχίζει όταν οι επισκέπτες έχουν ήδη φύγει.
Αρκετοί επικοινωνούν αργότερα από τις χώρες τους, ζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνταγές, τα υλικά ή τον τρόπο παρασκευής όσων μαγείρεψαν στην Κρήτη.
Και κάποια στιγμή, σε μια κουζίνα εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, επιχειρούν να τα ξαναφτιάξουν.
«Αυτός ίσως είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η κρητική διατροφή στον κόσμο», λέει η Ελένη Κωτσάκη. «Όταν ένας επισκέπτης επιστρέφει στο σπίτι του, ανοίγει την κουζίνα του και προσπαθεί να ξαναφτιάξει ένα πιάτο που έμαθε στην Κρήτη. Εκεί η παράδοση ταξιδεύει πραγματικά».
Η άλλη πλευρά του βιωματικού τουρισμού
Πίσω από τη ρομαντική εικόνα του κρητικού τραπεζιού, ωστόσο, υπάρχει και μια πολύ σύγχρονη πρόκληση.
Οι άνθρωποι που γνωρίζουν την παράδοση καλούνται πλέον να γνωρίζουν και έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο: ψηφιακές πλατφόρμες, ηλεκτρονικές κρατήσεις και πληρωμές, social media και επικοινωνία με διεθνείς οργανισμούς.
Η Ελένη Κωτσάκη θεωρεί ότι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ανάπτυξη αντίστοιχων πρωτοβουλιών στην ελληνική περιφέρεια.
«Υπάρχει ένας τεράστιος πλούτος γνώσης στην ελληνική περιφέρεια που κινδυνεύει να μείνει ανεκμετάλλευτος», επισημαίνει.
Άνθρωποι που γνωρίζουν όσο λίγοι τις παραδόσεις, τις συνταγές και τις τεχνικές του τόπου τους συχνά δεν διαθέτουν τα εργαλεία για να μετατρέψουν αυτή τη γνώση σε μια σύγχρονη και βιώσιμη δραστηριότητα.
Γι’ αυτό, υποστηρίζει, χρειάζονται μεγαλύτερη στήριξη στη χρηματοδότηση, τη δικτύωση, την προβολή και ιδιαίτερα στον ψηφιακό γραμματισμό.
«Η παράδοση δεν είναι κάτι που απλώς διατηρούμε»
Το επόμενο βήμα για την ομάδα είναι περισσότερες βιωματικές εμπειρίες στην κρητική ενδοχώρα, με ξεχασμένες συνταγές, παλιές τεχνικές και ιστορίες που κινδυνεύουν να χαθούν μαζί με τις γενιές που τις γνωρίζουν.
Ο στόχος όμως παραμένει ο ίδιος.
Ο ταξιδιώτης να μη φύγει έχοντας απλώς δοκιμάσει ένα καλό κρητικό φαγητό. Να φύγει έχοντας γνωρίσει κάτι από τον τόπο και τους ανθρώπους του.
«Η καλύτερη μορφή ανάδειξης της τοπικής γαστρονομίας είναι να μην την παρουσιάζουμε σαν κάτι μουσειακό, αλλά να την κρατάμε ζωντανή, να τη μοιραζόμαστε και να τη μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές», λέει η Ελένη Κωτσάκη.
Και το συμπυκνώνει σε μία φράση που ίσως εξηγεί ολόκληρο το εγχείρημα:
«Η παράδοση δεν είναι κάτι που απλώς διατηρούμε. Είναι κάτι που μοιραζόμαστε».
-: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .

