Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ιρλανδίας μειώθηκε κατά 12% τους πρώτους τρεις μήνες του έτους, μετά το άλμα άνω του 12% που σημείωσε το περασμένο έτος.
Ωστόσο, η εγχώρια δραστηριότητα παρουσίασε ανάπτυξη 0,6% το πρώτο τρίμηνο.
Η μεγάλη συγκέντρωση πολυεθνικών εταιρειών που εδρεύουν στην Ιρλανδία συχνά “στρεβλώνει” το ΑΕΠ, με το μέτρο που προτιμάται για την πραγματική εγχώρια δραστηριότητα να είναι η τροποποιημένη εγχώρια ζήτηση (MDD). Ο δείκτης αυτός παρουσίασε ισχυρή αύξηση τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας άνοδο 4,9% το 2025.
Ο τομέας των πολυεθνικών εταιρειών έκανε βουτιά 27% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία της χώρας.
“Ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει το ΑΕΠ είναι η επιβράδυνση της ανάπτυξης που παρατηρήσαμε πέρυσι στον φαρμακευτικό τομέα”, δήλωσε ο Κρις Σίμπλι, αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας (CSO).
“Όταν εξαιρέσουμε αυτή τη δραστηριότητα και εξετάσουμε μόνο την εγχώρια [σσ. δραστηριότητα], διαπιστώνουμε μια θετική εικόνα”.
Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 12,3% το 2025, λόγω της τεράστιας αύξησης των εξαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων προς τις ΗΠΑ, η οποία οφείλεται στη συσσώρευση αποθεμάτων ενόψει των δασμών και στην εκρηκτική ζήτηση για συστατικά φαρμάκων απώλειας βάρους που παράγονται στην Ιρλανδία.
Η πτώση κατά 12,1% το πρώτο τρίμηνο έρχεται σε αντίθεση με την αρχική εκτίμηση για μείωση της τάξης του 2%. Δεδομένου ότι το ΑΕΠ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μεριδίου της Ιρλανδίας στη συνολική δραστηριότητα της ευρωζώνης, τα επικαιροποιημένα στοιχεία ενδέχεται να επηρεάσουν εκ νέου την εικόνα για το σύνολο της ευρωζώνης.
Το υπουργείο Οικονομικών της Ιρλανδίας προέβλεψε τον Απρίλιο ότι ο MDD ενδέχεται να επιβραδυνθεί στο 1,5% έως 2,1% φέτος – έναντι πρόβλεψης 2,3% -, ανάλογα με την έκταση των επιπτώσεων της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στον πληθωρισμό και την οικονομική παραγωγή.
Η μικρή, ανοιχτή οικονομία της Ιρλανδίας είναι ευάλωτη στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν, λόγω των ξένων εταιρειών στη χώρα.
