
Παρά τους πολέμους, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, τα χρηματιστήρια εξακολουθούν να κινούνται κοντά σε ιστορικά υψηλά, δημιουργώντας ένα παράδοξο που έχει προβληματίσει πολλούς αναλυτές.
Η συνηθισμένη εξήγηση είναι ότι «το χρηματιστήριο δεν είναι η οικονομία». Ωστόσο, νέα ανάλυση της Moody’s, που αναμεταδίδεται από το Axios, υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: οι αγορές δεν αγνοούν τους κινδύνους, αλλά έχουν ήδη προσαρμοστεί σε μια νέα οικονομική τάξη πραγμάτων.
Οι επενδυτές αλλάζουν στρατηγική
Η αλλαγή είναι εμφανής στις αγορές ομολόγων, όπου οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων έχουν αυξηθεί στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ οι επενδυτές απομακρύνονται από τα εταιρικά ομόλογα υψηλότερου κινδύνου.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και οι μετοχές. Οι κλάδοι του λογισμικού, της αυτοκινητοβιομηχανίας, των καταναλωτικών αγαθών και της ένδυσης καταγράφουν απώλειες, καθώς οι καταναλωτές πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής και οι εταιρείες αντιμετωπίζουν υψηλότερα κόστη χρηματοδότησης.
Στον αντίποδα, μεγάλοι κερδισμένοι είναι οι ενεργειακές εταιρείες, λόγω του πολέμου με το Ιράν και των ευρύτερων γεωπολιτικών εντάσεων, καθώς και οι εταιρείες τεχνολογικού εξοπλισμού και ημιαγωγών, που επωφελούνται από τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος
Σύμφωνα με τη Moody’s, η παγκόσμια οικονομία έχει αφήσει πίσω της την περίοδο που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όταν ο χαμηλός πληθωρισμός και τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια επέτρεπαν στις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να δανείζονται με πολύ χαμηλό κόστος.
Εκείνη την περίοδο, οι επενδυτές αναζητούσαν αποδόσεις σε μετοχές υψηλής ανάπτυξης, κρατικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας και εταιρικό χρέος υψηλότερου κινδύνου. Σήμερα, όμως, το περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά.
«Τα τελευταία χρόνια έχουμε περάσει σε μια διαφορετική εποχή», σημειώνει η επικεφαλής πιστοδοτικής αξιολόγησης της Moody’s Ratings, Άτσι Σέθ (Atsi Sheth), επισημαίνοντας ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, οι δημογραφικές εξελίξεις και οι πολιτικές οικονομικής ασφάλειας διαμορφώνουν το νέο σκηνικό.
Η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει το κόστος
Στη μεταπανδημική περίοδο, αρχικά οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ανισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης τροφοδότησαν τον πληθωρισμό. Πλέον, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, αλλά και το τεράστιο κόστος ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν οι εταιρείες λογισμικού μπορούσαν να αναπτύσσονται με σχετικά περιορισμένες επενδύσεις, σήμερα οι μεγάλοι πάροχοι υπολογιστικού νέφους (hyperscalers) χρειάζονται δισεκατομμύρια για νέες υποδομές, κέντρα δεδομένων και εξειδικευμένα τσιπ.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις αυξάνουν τον δανεισμό τους για να χρηματοδοτήσουν αμυντικές δαπάνες και άλλες ανάγκες που συνδέονται με τη γεωπολιτική αστάθεια, διατηρώντας υψηλό το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την οικονομία.
Οι κίνδυνοι παραμένουν
Παρότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες εμφανίζονται ανθεκτικοί, η Moody’s προειδοποιεί ότι κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις. Δεν είναι βέβαιο ότι οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα αποδώσουν τα αναμενόμενα, ενώ αρκετοί επενδυτές εξακολουθούν να ποντάρουν στο λεγόμενο TACO trade (Trump Always Chickens Out), δηλαδή στην εκτίμηση ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα επιδιώξει να αποκλιμακώσει τις γεωπολιτικές εντάσεις εάν αυτές αρχίσουν να απειλούν σοβαρά τις αγορές.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Moody’s, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτό θα συμβεί.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι αγορές δεν αδιαφορούν για τους κινδύνους· έχουν ήδη προσαρμοστεί σε ένα νέο οικονομικό καθεστώς, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλότερο πληθωρισμό, ακριβότερο χρήμα και εντονότερες γεωπολιτικές αναταράξεις. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη αυτή η ισορροπία θα αποδειχθεί βιώσιμη.


