Πέντε παγίδες που εκτοξεύουν στα ύψη τα φορολογικά βάρη για εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους κρύβει και φέτος η εφαρμογή του συστήματος του τεκμαρτού προσδιορισμού των φορολογητέων εισοδημάτων των αυτοαπασχολουμένων, που νομοθέτησε η κυβέρνηση από τον Δεκέμβριο του 2023.
Οι παγίδες αυτές προκαλούν αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις κυρίως σε βάρος χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι απασχολούν προσωπικό, αλλά και σε βάρος πολλών άλλων χιλιάδων αυτοαπασχολουμένων που ασκούν τα επαγγέλματά τους για περισσότερα από 6 έτη.
Το σύστημα των τεκμηρίων εκτινάσσει στα ύψη και φέτος τα φορολογητέα εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων αυτοαπασχολουμένων, προκαλώντας την υπερφορολόγησή τους. Τις πλέον υπέρμετρα αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις υφίστανται οι ατομικές επιχειρήσεις που απασχολούν έναν ή περισσότερους υπαλλήλους και ως εκ τούτου έχουν πολύ μεγαλύτερα έξοδα, τα οποία μειώνουν τα πραγματικά τους κέρδη, καθώς ως βάση υπολογισμού του ελαχίστου ετήσιου καθαρού φορολογητέου εισοδήματος (του ετήσιου φορολογητέου καθαρού κέρδους) λαμβάνεται υπόψη και φέτος:
- είτε το ποσό ετήσιων αποδοχών που παίρνει ο αμειβόμενος με τον ετήσιο κατώτατο μισθό εργαζόμενος της επιχείρησης προσαυξημένο πρώτα κατά 10%-33% ανάλογα με τα έτη λειτουργίας της επιχείρησης αν αυτά είναι περισσότερα των έξι και εν συνεχεία προσαυξημένο και κατά το 10% της συνολικής ετήσιας δαπάνης για τους μισθούς όλων των υπαλλήλων,
- είτε το ποσό ετήσιων αποδοχών που λαμβάνει ο πλέον υψηλόμισθος εργαζόμενος της επιχείρησης εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο του αθροίσματος του ετήσιου κατώτατου μισθού, της τυχόν προσαύξησης λόγω ετών λειτουργίας της επιχείρησης και της επιπλέον προσαύξησης που είναι ίση με το 10% της ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας.
Γενικά, οι ατομικές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που απασχολούν προσωπικό καλούνται να πληρώσουν τις πιο υπέρογκες αυξήσεις φορολογικών επιβαρύνσεων και αυτό ενδέχεται να οδηγήσει πολλούς από τους φορολογούμενους αυτούς σε περικοπές μισθών ή και σε απολύσεις εργαζομένων τους.
Υπέρμετρες οικονομικές επιβαρύνσεις προκύπτουν και εξαιτίας της λειτουργίας και άλλων παραμέτρων, όπως:
- η αύξηση του ύψους του ποσού που αντιστοιχεί στο 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος κάθε αυτοαπασχολουμένου, το οποίο θα πρέπει να έχει καλυφθεί με δαπάνες εξοφληθείσες μέσω χρεωστικών, πιστωτικών ή προπληρωμένων καρτών,
- η απώλεια των επιδομάτων στέγασης και η μείωση του ύψους των επιδομάτων τέκνων, που δικαιούνται σήμερα χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι, εξαιτίας της μεγάλης αύξησης των ετήσιων φορολογητέων εισοδημάτων τους.
Αναλυτικά, οι παγίδες που κρύβουν τα τεκμήρια φορολόγησης σε βάρος εκατοντάδων χιλιάδων αυτοαπασχολουμένων είναι οι παρακάτω πέντε:
1. Τεκμαρτός προσδιορισμός καθαρών κερδών με βασικό κριτήριο τις δαπάνες μισθοδοσίας, οι οποίες όμως εκπίπτουν από τον τζίρο κάθε επιχείρησης για να υπολογιστούν τα κέρδη της.
Το ποσό των 12.320 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ετήσια δαπάνη μισθοδοσίας ενός υπαλλήλου που αμείφθηκε με τον κατώτατο μισθό του έτους 2025, είναι η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης για τον τεκμαρτό προσδιορισμό των καθαρών κερδών κάθε ατομικής επιχείρησης που το 2025 είχε συμπληρώσει 6 έτη λειτουργίας.
Οι δαπάνες μισθοδοσίας όμως επ’ ουδενί τεκμαίρουν καθαρά κέρδη. Τεκμαίρουν ακαθάριστα έσοδα όχι καθαρά κέρδη. Τα καθαρά κέρδη κάθε επιχείρησης προσδιορίζονται λογιστικά με αφαίρεση των δαπανών της από τα ακαθάριστα έσοδά της. Στις δαπάνες που εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας. Δηλαδή, οι δαπάνες αυτές δεν μπορεί, με καμία «λογική», να θεωρούνται τμήμα του ετήσιου καθαρού κέρδους μιας οποιασδήποτε επιχείρησης.
Η «λογική» της κυβέρνησης ότι το καθαρό κέρδος που πρέπει να δηλώνει μια ατομική επιχείρηση με έναν υπάλληλο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις δαπάνες μισθοδοσίας ενός υπαλλήλου της που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό προσαυξημένες μάλιστα κατά 10% του συνόλου της ετήσιας μισθοδοσίας είναι ένας «κανόνας» εντελώς αυθαίρετος.
Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό τι εννοούμε, παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:
Έστω ένα αρτοποιείο το οποίο βρίσκεται στο 6ο έτος λειτουργίας, απασχολεί έναν υπάλληλο με τον κατώτατο μισθό και έχει ετήσια ακαθάριστα έσοδα 60.000 ευρώ. Ο επιχειρηματίας αναγκάζεται να εμφανίζει καθαρό κέρδος μόλις 6.000 ευρώ, επειδή οι δαπάνες για τη μισθοδοσία του υπαλλήλου ανέρχονται σε 12.320 ευρώ, ενώ οι λοιπές δαπάνες της επιχείρησης, που αφορούν αγορές πρώτων υλών και εμπορεύσιμων αγαθών και έξοδα για ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, ύδρευση κ.λπ., έχουν εκτιναχθεί στα ύψη λόγω της ενεργειακής κρίσης και έχουν φθάσει τα 41.680 ευρώ.
Τον επιχειρηματία αυτόν, ο οποίος μετά βίας κρατά το μαγαζί του ανοικτό, λόγω της αύξησης του κόστους των πωληθέντων αγαθών και των λειτουργικών εξόδων του, και εν τέλει αποκομίζει πράγματι πολύ μικρό ετήσιο καθαρό κέρδος, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης τον θεωρεί a priori φοροφυγά και του προσδιορίζει τεκμαρτά το καθαρό του κέρδος σε πολύ μεγαλύτερο ύψος, το οποίο ισούται με την ετήσια δαπάνη μισθοδοσίας του ενός υπαλλήλου, δηλαδή με το ποσό των 12.320 ευρώ προσαυξημένο μάλιστα κατά 10%, καθώς λαμβάνεται υπόψη ως επιπρόσθετο τεκμήριο και το 1/10 της συνολικής ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας.
Δηλαδή, το σύστημα των τεκμηρίων προσδιορίζει στον συγκεκριμένο επιχειρηματία ετήσιο φορολογητέο εισόδημα 13.552 ευρώ! Έτσι, τον υποχρεώνει να πληρώσει φόρο εισοδήματος με βάση ένα εξωπραγματικό τεκμαρτό καθαρό κέρδος, το οποίο είναι ίσο με το 110% της ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας του και υπερδιπλάσιο του δηλωθέντος καθαρού κέρδους (υψηλότερο κατά 7.552 ευρώ ή κατά 126%).
Ο φόρος που χρεώνεται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας ανέρχεται σε 1.681,44 ευρώ και είναι υψηλότερος κατά 1.141,44 ευρώ ή κατά 211,38%, δηλαδή υπερτριπλάσιος σε σύγκριση με τα 540 ευρώ που θα πλήρωνε αν φορολογούνταν με βάση τα πραγματικά καθαρά κέρδη των 6.000 ευρώ.
2. Συνυπολογισμός και των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι υπάλληλοι των επιχειρήσεων στα τεκμήρια προσδιορισμού των καθαρών κερδών των αυτοαπασχολουμένων.
Σύμφωνα με το σύστημα των τεκμηρίων, τα καθαρά κέρδη όσων ατομικών επιχειρήσεων λειτουργούν για 6 ή περισσότερα έτη πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσα με ένα συγκεκριμένο ποσό ύψους 12.320 ευρώ, που όμως αποτελεί το άθροισμα όχι μόνο των ετήσιων καθαρών αποδοχών και των παρακρατούμενων φόρων εισοδήματος αλλά και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ τον μήνα μικτά (880 ευρώ Χ 14 = 12.320 ευρώ).
Το σύστημα της κυβέρνησης συνυπολογίζει δηλαδή και τις ασφαλιστικές εισφορές του εργαζόμενου στο ελάχιστο φορολογητέο εισόδημα που προσδιορίζει, πράγμα το οποίο αντίκειται σε κάθε λογική δίκαιης φορολόγησης. Ουσιαστικά, οι ασφαλιστικές εισφορές, που εκπίπτουν από το εισόδημα του εργαζόμενου, λαμβάνονται υπόψη κανονικά ως τεκμήριο προσδιορισμού φορολογητέου καθαρού κέρδους για κάθε αυτοαπασχολούμενο.
Έτσι, αντί το ελάχιστο φορολογητέο καθαρό κέρδος κάθε αυτοαπασχολούμενου με 6 έτη λειτουργίας να προσδιορίζεται τουλάχιστον με βάση το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα του εργαζόμενου που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό, δηλαδή με βάση το ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών, και να διαμορφώνεται στα επίπεδα των 10.000 ευρώ περίπου, προσδιορίζεται αυθαίρετα στο πολύ υψηλότερο επίπεδο των 12.320 ευρώ που είναι το μικτό ποσό αποδοχών.
3. Μεγάλες προσαυξήσεις -τουλάχιστον 10% έως 33%- στα τεκμαρτά φορολογητέα κέρδη για επιχειρήσεις που λειτουργούν πάνω από 6 χρόνια.
Για όσους αυτοαπασχολούμενους λειτουργούν για περισσότερα από 6 χρόνια, το ύψος του ελάχιστου φορολογητέου καθαρού κέρδους το οποίο -όπως είπαμε- ισοδυναμεί με 12.320 ευρώ (δηλαδή με τις ετήσιες μικτές αποδοχές του εργαζομένου ο οποίος λαμβάνει τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ) προσαυξάνεται περαιτέρω:
- κατά 10%, για 7 έως 9 έτη λειτουργίας,
- κατά επιπλέον 10% επί του ήδη προσαυξημένου κατά 10% ποσού, δηλαδή σωρευτικά κατά 21%, για 10 έως 12 έτη λειτουργίας και
- κατά επιπλέον 10% επί του ήδη προσαυξημένου σωρευτικά κατά 21% ποσού για 12 ή περισσότερα έτη λειτουργίας.
Δηλαδή, διαμορφώνεται σε 13.552 ευρώ για 7 έως 9 έτη λειτουργίας, σε 14.907,20 ευρώ για 10 έως 12 έτη λειτουργίας και σε 16.397,92 ευρώ για 12 ή περισσότερα έτη λειτουργίας.
Φορολογητέα καθαρά κέρδη κάτω από τα όρια αυτά δεν γίνονται αποδεκτά από την ΑΑΔΕ στις φετινές φορολογικές δηλώσεις, για τους αυτοαπασχολούμενους με περισσότερα από 6 έτη λειτουργίας.
Όσοι ασκούντες ατομικές επιχειρήσεις για περισσότερα από 6 χρόνια δηλώνουν ετήσια καθαρά κέρδη κάτω από τα όρια αυτά, θεωρούνται κατά τεκμήριο φοροφυγάδες και υπερφορολογούνται, καθώς καλούνται να πληρώσουν φόρο όχι με βάση τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη τους, αλλά με βάση τα παραπάνω -υψηλότερα των δηλωθέντων- ελάχιστα όρια τεκμαρτών καθαρών κερδών.
Έτσι, για παράδειγμα, μια ατομική επιχείρηση που πωλεί ενδύματα και λειτουργεί εδώ και 15 έτη χωρίς καν εργαζόμενο υπάλληλο και δήλωσε για το 2025 ετήσιο καθαρό κέρδος 10.000 ευρώ θεωρείται από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την ΑΑΔΕ ότι φοροδιαφεύγει, ότι αποκρύπτει εισόδημα και ως εκ τούτου ότι πρέπει να φορολογηθεί με τεκμαρτό τρόπο για καθαρό κέρδος 16.397,92 ευρώ τουλάχιστον.
Αν μια τέτοια επιχείρηση είχε κι έναν εργαζόμενο που του κατέβαλλε τον ετήσιο κατώτατο μισθό των 12.320 ευρώ, τότε το ποσό των 16.397,92 ευρώ προσαυξάνεται περαιτέρω κατά το 10% της ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας των 12.320 ευρώ και διαμορφώνεται στα 17.629,92 ευρώ.
Αν ο επιχειρηματίας φορολογούνταν με βάση τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη του θα πλήρωνε φόρο εισοδήματος 900 ευρώ. Με το σύστημα των τεκμηρίων φορολογείται για εισόδημα 16.397,92 ευρώ αν δεν είχε κανέναν υπάλληλο και καλείται να πληρώσει φόρο εισοδήματος 2.307,54 ευρώ, υψηλότερο κατά 1.407,54 ευρώ ή κατά 156,39%.
Εάν απασχολούσε κι έναν υπάλληλο, τότε φορολογείται για εισόδημα 17.629,92 ευρώ και καλείται να πληρώσει φόρο εισοδήματος 2.578,58 ευρώ, υψηλότερο κατά 1.678,58 ευρώ ή κατά 186,5%.
4. Πρόσθετη φορολόγηση και λόγω μη κάλυψης του 30% του ετήσιου εισοδήματος με ηλεκτρονικές πληρωμές δαπανών.
Μείζον θέμα ανακύπτει και φέτος με τις ισχύουσες τα τελευταία 6 χρόνια διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση κάλυψης του 30% του ετήσιου εισοδήματος κάθε αυτοαπασχολούμενου με δαπάνες εξοφληθείσες μέσω ηλεκτρονικών μεθόδων πληρωμής (χρεωστικών, πιστωτικών ή προπληρωμένων καρτών κ.λπ.).
Το προσδιορισθέν με βάση τα τεκμήρια φορολογητέο εισόδημα, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία είναι μεγαλύτερο του δηλωθέντος, θεωρείται ως «πραγματικό εισόδημα», με συνέπεια -σε κάθε τέτοια περίπτωση αυτοαπασχολουμένου- να ανεβαίνει απότομα το ύψος του ποσού που θα έπρεπε να είχε καλύψει το 2025 με ηλεκτρονικές πληρωμές καταναλωτικών δαπανών.
Ειδικότερα, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που είναι ο νομοθέτης, θεωρεί ως «πραγματικό φορολογητέο εισόδημα» κάθε αυτοαπασχολουμένου το σημαντικά υψηλότερο ποσό του τεκμαρτώς προσδιοριζόμενου εισοδήματος, οπότε το ύψος των δαπανών που έπρεπε να είχε καλύψει καθένας από τους φορολογούμενους αυτούς το 2025 με ηλεκτρονικές πληρωμές δαπανών αυξάνεται σημαντικά, καθώς το ποσοστό 30% υπολογίζεται όχι επί του πολύ χαμηλού δηλούμενου αλλά επί του πολύ πιο υψηλού τεκμαρτώς προσδιοριζόμενου εισοδήματος.
Έτσι, πολλοί αυτοαπασχολούμενοι δεν πρόλαβαν να καλύψουν το 2025 το υψηλότερο όριο που προέκυψε ξαφνικά εκ των υστέρων και εν τέλει καλούνται τώρα να πληρώσουν και επιπλέον φόρο εισοδήματος 22% επί του ποσού που έμεινε ακάλυπτο.
5. Απώλεια του επιδόματος στέγασης και μείωση του επιδόματος τέκνων για χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους που ανέβηκαν σε υψηλότερα κλιμάκια φορολογητέου εισοδήματος ή και γενικότερα σε υψηλότερα εισοδηματικά επίπεδα.
Σε όσες περιπτώσεις αυτοαπασχολουμένων το σύστημα των τεκμηρίων αυξάνει σημαντικά τα φορολογητέα εισοδήματα προκύπτουν και οι ακόλουθες επιπτώσεις:
- Απώλεια του επιδόματος ενοικίου για όσους αυτοαπασχολούμενους διαμένουν σε εκμισθούμενες κύριες κατοικίες και εξαιτίας της εφαρμογής των τεκμηρίων τα ετήσια φορολογητέα εισοδήματά τους το 2025 υπερέβησαν τα εισοδηματικά όρια των 7.000 ευρώ, 10.500 ευρώ, 14.000 ευρώ, 17.500 ευρώ κ.λπ. που ισχύουν ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων (0, 1, 2, 3 κ.λπ.) για τη χορήγηση του επιδόματος.
- Μείωση των επιδομάτων τέκνων κατά ποσοστά 33%-40% για όσους το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα εξαιτίας των αντικειμενικών κριτηρίων αυξήθηκε σημαντικά και μετέβη από την πρώτη στη δεύτερη εισοδηματική κλίμακα ή από τη δεύτερη στην τρίτη εισοδηματική κλίμακα, όπου ισχύουν μικρότερα ποσά επιδομάτων.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

