- Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Οι συγκρούσεις που σημειώθηκαν τις τελευταίες ημέρες στο Ζβέρνετς της νότιας Αλβανίας έφεραν στο προσκήνιο μια επένδυση που εδώ και μήνες προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις, περιβαλλοντικές ανησυχίες και έντονη δημόσια συζήτηση. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σχεδιάζει μέσω της Affinity Partners την ανάπτυξη πολυτελών τουριστικών συγκροτημάτων στο νησί Σάζαν και στην περιοχή Ζβέρνετς, κοντά στην Αυλώνα, με το συνολικό ύψος της επένδυσης να εκτιμάται περίπου στα 1,4 δισ. ευρώ. Όσο όμως προχωρούν οι διαδικασίες, τόσο πληθαίνουν τα ερωτήματα για τις νομοθετικές αλλαγές που προηγήθηκαν, τις αδειοδοτήσεις που δόθηκαν, τις ιδιοκτησίες που επηρεάζονται και τον ρόλο της κυβέρνησης του Έντι Ράμα.
Το project του Κούσνερ στην Αλβανία
Το project παρουσιάζεται από την κυβέρνηση του Έντι Ράμα ως μια στρατηγική επένδυση που μπορεί να αναδιαμορφώσει τον τουριστικό χάρτη της Αλβανίας και να ενισχύσει τη θέση της χώρας ως προορισμού υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη δημόσια συζήτηση, με περιβαλλοντικές οργανώσεις, κατοίκους, πολιτικούς αντιπάλους αλλά και διεθνή μέσα ενημέρωσης να θέτουν ζητήματα διαφάνειας, θεσμικών διαδικασιών και πιθανής ευνοϊκής μεταχείρισης του επενδυτικού σχήματος.
Η επένδυση αφορά ένα φιλόδοξο σχέδιο τουριστικής ανάπτυξης σε δύο κομβικά σημεία της αλβανικής Ριβιέρας: το ακατοίκητο νησί Σάζαν, με στρατηγική θέση στην Αδριατική, και την παράκτια περιοχή του Ζβέρνετς. Οι δύο αυτές ζώνες χαρακτηρίζονται από υψηλή περιβαλλοντική αξία, με ιδιαίτερα ευαίσθητα οικοσυστήματα και έντονο δημόσιο ενδιαφέρον για το καθεστώς προστασίας τους.
Σύμφωνα με τα σχέδια που έχουν δημοσιοποιηθεί, το έργο προβλέπει την ανάπτυξη πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων, τουριστικών κατοικιών και υποδομών υψηλών προδιαγραφών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το Σάζαν, το οποίο στο παρελθόν φιλοξενούσε στρατιωτική βάση και σήμερα παραμένει ένα από τα ελάχιστα σχετικά ανέγγιχτα νησιά της Μεσογείου. Η περιοχή περιβάλλεται από το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Καραμπουρούν–Σάζαν και λειτουργεί ως σημαντικό καταφύγιο για θαλάσσια και παράκτια είδη, πολλά από τα οποία συγκαταλέγονται στα απειλούμενα.
Σε θεσμικό επίπεδο, η Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων έχει εγκρίνει από το 2024 την υπαγωγή του έργου σε καθεστώς στρατηγικού επενδυτή, με ειδική διαδικασία για την εταιρεία που συνδέεται με τον Κούσνερ, την Atlantic Incubation Partners LLC, η οποία αναλαμβάνει την υλοποίηση του project. Η χρηματοδότηση του έργου συνδέεται με την Affinity Partners του Κούσνερ, η οποία υποστηρίζεται από διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, μεταξύ των οποίων και κεφάλαια κρατικών επενδυτικών ταμείων της Σαουδικής Αραβίας.
Ο νόμος που άνοιξε τον δρόμο
Ο δρόμος για την ανάπτυξη της περιοχής άνοιξε το 2021, όταν η κυβέρνηση υποβάθμισε το καθεστώς προστασίας του οικοσυστήματος Πίσε-Πόρο-Νάρτο, μειώνοντάς το κατά πάνω από 5.000 εκτάρια και χορηγώντας άδεια για την κατασκευή αεροδρομίου στην Ακέρνη. Τον Μάρτιο του 2024, λίγο αφότου οι αμφισβητούμενες αλλαγές στον Νόμο περί Προστατευόμενων Περιοχών άνοιξαν το δρόμο για την κατασκευή πεντάστερων κτιρίων, ο Τζάρεντ Κούσνερ ανακοίνωσε στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης τα σχέδιά του να επενδύσει στο νησί Σάζαν και στο Ζβέρνετς.
Σύμφωνα με αλβανικές περιβαλλοντικές οργανώσεις και αναλύσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι αλλαγές επέτρεψαν μεγαλύτερη ευελιξία στην ανάπτυξη τουριστικών και επενδυτικών έργων μέσα ή κοντά σε προστατευόμενες ζώνες, μεταφέροντας κρίσιμες αρμοδιότητες στο Υπουργικό Συμβούλιο. Περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι το νέο πλαίσιο μειώνει την αυστηρότητα της περιβαλλοντικής προστασίας και δημιουργεί περιθώρια για παρεμβάσεις σε περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας.
Οι αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων
Όπως επισημαίνεται σε αναλύσεις και ρεπορτάζ σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, η περιοχή και τα γειτονικά οικοσυστήματα δεν αποτελούν απλώς παράκτιες εκτάσεις τουριστικού ενδιαφέροντος, αλλά έναν από τους σημαντικότερους διαδρόμους αποδημητικών πτηνών στην Ευρώπη. Στην περιοχή καταγράφονται περισσότερα από 200 είδη πτηνών και δεκάδες απειλούμενα είδη, ενώ το δέλτα της Karavasta θεωρείται ένα από τα τελευταίας μεγάλης κλίμακας σχετικά ανέπαφα μεσογειακά δέλτα.
Περισσότερες από 40 περιβαλλοντικές οργανώσεις από πολλές ευρωπαϊκές χώρες ζήτησαν την αναστολή του έργου, υποστηρίζοντας ότι απειλεί προστατευόμενες περιοχές και τη βιοποικιλότητα της περιοχής.
Οι ιδιοκτησίες πολιτών στο επίκεντρο
Πέρα από τις καταγγελίες για περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις πολιτικές αντιδράσεις, ένα ακόμη ζήτημα φαίνεται να εξελίσσεται σε βασικό μέτωπο σύγκρουσης: το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων όπου σχεδιάζεται η ανάπτυξη των πολυτελών τουριστικών εγκαταστάσεων.
Τα τελευταία δημοσιεύματα αλβανικών μέσων ενημέρωσης δείχνουν ότι η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και ανοιχτές διαμάχες γύρω από τίτλους ιδιοκτησίας, δικαστικές εκκρεμότητες και καταγγελίες πολιτών ότι προχωρούν έργα σε περιοχές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν αμφισβητήσεις για το ποιος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης.
Δημοσιεύματα αναφέρουν η γη όπου προβλέπεται να αναπτυχθεί μέρος του project στο Ζβέρνετς αποτελεί εδώ και χρόνια αντικείμενο δικαστικών διαφορών και αμφισβητήσεων. Παρότι η ανάπτυξη έχει λάβει άδειες από τις αρμόδιες αρχές, εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτές δικαστικές υποθέσεις και διεκδικήσεις γύρω από συγκεκριμένες εκτάσεις.
Σε δηλώσεις του, ο Αλβανός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι εκτάσεις στο Ζβέρνετς αποτελούν ιδιωτική περιουσία εδώ και πολλά χρόνια και ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν μεταξύ επενδυτών και ιδιωτών ιδιοκτητών, ενώ τόνισε πως ιδιοκτησιακές διαφορές επιλύονται αποκλειστικά από τα δικαστήρια.
Η διάσταση της ελληνικής μειονότητας
Στις αντιδράσεις που καταγράφονται τις τελευταίες ημέρες, ιδιαίτερη θέση κατέχουν και αναφορές σε κατοίκους της περιοχής που ανήκουν στην ελληνική εθνική μειονότητα της νότιας Αλβανίας.
Οι τοπικές κοινότητες εκφράζουν φόβους ότι η μεγάλη τουριστική ανάπτυξη θα ασκήσει πιέσεις σε εκτάσεις και ιδιοκτησίες που, όπως υποστηρίζουν, ανήκουν εδώ και γενιές σε οικογένειες της ελληνικής μειονότητας.
Τις τελευταίες ημέρες, η ένταση στην περιοχή του Ζβέρνετς κορυφώθηκε με διαμαρτυρίες κατοίκων και βίαιες συγκρούσεις που σημειώθηκαν στο πεδίο των εργασιών, καθώς διαδηλωτές επιχείρησαν να εμποδίσουν τις εργασίες που σχετίζονται με το project, με αποτέλεσμα να υπάρξουν επεισόδια με την παρουσία ιδιωτικής ασφάλειας και δυνάμεων της τάξης. Οι αρχές προχώρησαν σε προσαγωγές και σε διαδικασίες που έχουν προκαλέσει νέα κύματα αντιδράσεων.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών παρενέβη μετά τα επεισόδια, καθώς τραυματίστηκε και Έλληνας ομογενής. Σε ανακοίνωσή του, το ΥΠΕΞ ζήτησε πλήρη διερεύνηση των γεγονότων από τις αλβανικές αρχές και τόνισε την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των περιουσιών των μελών της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία.
Η θεωρία περί “πολιτικής επένδυσης”
Παράλληλα, σε αρθρογραφία και αναλύσεις που αναπαράγονται σε αλβανικά μέσα, το project περιγράφεται ως “πολιτική επένδυση”. Σύμφωνα με αυτές τις αναλύσεις, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το νησί ως υποβαθμισμένη περιοχή, προκειμένου να δικαιολογήσει την παραχώρησή του σε ξένους επενδυτές, σε συνέχεια προηγούμενων αντίστοιχων projects που έχουν χαρακτηριστεί στρατηγικές επενδύσεις.
Η βασική κατηγορία είναι ότι ο Ράμα επιδιώκει να ενισχύσει τις σχέσεις του με τον κύκλο Τραμπ και να αποκτήσει πολιτικά ερείσματα στην Ουάσιγκτον μέσω της συνεργασίας με τον Κούσνερ.
Το αφήγημα αυτό ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά τις επαφές του Ράμα με την Ιβάνκα Τραμπ και τον Τζάρεντ Κούσνερ στην Αλβανία και μετά τις δημόσιες δηλώσεις του ότι οι συνομιλίες γίνονται απευθείας μαζί τους.
Σε διεθνή ρεπορτάζ, η στάση του Ράμα έχει παρουσιαστεί ως σαφής πολιτική στήριξη προς το έργο. Σε συνέντευξή του στους c ο Αλβανός πρωθυπουργός είχε εκφράσει ικανοποίηση για το ενδιαφέρον της εταιρείας του Κούσνερ, σημειώνοντας ότι η εξέλιξη αυτή τον έκανε “περήφανο και χαρούμενο”.
Σε αντίθεση με τον Ράμα, η Affinity Partners, η εταιρεία που εκπροσωπείται από τον Κούσνερ, δήλωσε στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια ανοιχτής έρευνας ότι η αλβανική κυβέρνηση ήταν αυτή που αρχικά προσέγγισε άτομα που σχετίζονται με την Affinity σχετικά με πιθανά έργα ακινήτων. Ωστόσο, η Affinity αρνήθηκε να κατονομάσει ποιος από την αλβανική κυβέρνηση το είχε κάνει.
Οι συζητήσεις γύρω από το project έχουν προκαλέσει προβληματισμό και στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως ως προς το ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφερόντων, λόγω της σχέσης του επενδυτικού σχήματος με τον στενό κύκλο του Τραμπ.
Στον δημόσιο διάλογο που έχει αναπτυχθεί στην Αλβανία, η υπόθεση αντιμετωπίζεται από μερίδα αναλυτών και αντιπολιτευόμενων φωνών ως πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Ράμα, ο οποίος, “δωρίζοντας” το νησί Σάζαν, στοχεύει να επηρεάσει τις σχέσεις του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι της Αλβανίας έχουν υπερασπιστεί τη στρατηγική επιλογή, υποστηρίζοντας ότι η χώρα δεν διαθέτει τις υποδομές και την εμπειρία για μαζικό τουρισμό αντίστοιχο άλλων μεσογειακών χωρών, όπως η Ελλάδα, και ότι η κατεύθυνση προς επενδύσεις υψηλής ποιότητας αποτελεί συνειδητή αναπτυξιακή επιλογή.
Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνεται ότι το project εντάσσεται στο καθεστώς των “στρατηγικών επενδύσεων”, το οποίο αφορά έργα υψηλής αξίας και συνοδεύεται από ειδικά κίνητρα, φορολογικές διευκολύνσεις και κρατική υποστήριξη σε επίπεδο υποδομών.
Γιατί γίνεται λόγος για “οσμή διαπλοκής”
Αρκετά αλβανικά μέσα ενημέρωσης και αναλυτές ασκούν κριτική στον τρόπο με τον οποίο προχωρά η αξιοποίηση περιοχών όπως το Σάζαν και το Ζβέρνετς, υποστηρίζοντας ότι το κράτος τις αντιμετωπίζει περισσότερο ως “δημόσιο λάφυρο” παρά ως περιουσιακά στοιχεία με αυστηρό θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης.
Σύμφωνα με αυτές τις αναλύσεις, η αλβανική κυβέρνηση δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως ρυθμιστής, αλλά ως ενεργός διαπραγματευτής γης, χωρίς να προηγούνται σε όλες τις περιπτώσεις διεθνείς διαγωνιστικές διαδικασίες ή πλήρως ανταγωνιστικά σχήματα επιλογής επενδυτών. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το καθεστώς των “στρατηγικών επενδύσεων” χρησιμοποιείται για την επιτάχυνση εγκρίσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την παράκαμψη κοινοβουλευτικών διαδικασιών και ευρύτερης δημόσιας διαβούλευσης.
Μέχρι στιγμής, δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια στοιχεία που να τεκμηριώνουν προσωπική ή οικονομική διαπλοκή μεταξύ του Ράμα και του Κούσνερ. Ωστόσο, η υπόθεση έχει τροφοδοτήσει έντονη πολιτική συζήτηση λόγω μιας σειράς παραγόντων: των αλλαγών στο καθεστώς προστατευόμενων περιοχών, της περιορισμένης δημοσιοποίησης κρίσιμων συμφωνιών, αλλά και των απευθείας διαπραγματεύσεων της αλβανικής πλευράς με το περιβάλλον του Τραμπ στο πλαίσιο της προώθησης της επένδυσης.
Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα, καθώς η Αλβανία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έντονη κριτική από ευρωπαϊκούς θεσμούς και οργανώσεις για ζητήματα διαφάνειας και διακυβέρνησης, με επιμέρους υποθέσεις να έχουν κατά καιρούς προκαλέσει πολιτικές τριβές στο εσωτερικό της χώρας.
Στο “μικροσκόπιο” της αλβανικής εισαγγελίας
Νέα διάσταση στην υπόθεση δίνει η εμπλοκή της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος της Αλβανίας (SPAK), η οποία έχει ξεκινήσει έρευνα γύρω από το επενδυτικό σχέδιο που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως αναφέρει το politico.eu, η έρευνα αφορά κυρίως τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν το 2024 στο καθεστώς προστασίας και στο ιδιοκτησιακό πλαίσιο εκτάσεων που συνδέονται με το project στο Σάζαν.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η SPAK εξετάζει κατά πόσο οι θεσμικές και νομοθετικές παρεμβάσεις που προηγήθηκαν της επένδυσης έγιναν σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο και αν οι αλλαγές αυτές διευκόλυναν την τουριστική αξιοποίηση περιοχών που μέχρι πρότινος τελούσαν υπό αυστηρότερο καθεστώς προστασίας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο το ακατοίκητο νησί Σάζαν όσο και τμήματα του προστατευόμενου τοπίου Βιόσα-Νάρτα, μιας περιοχής ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας, η οποία φιλοξενεί σημαντικούς υγροτόπους, αποικίες φλαμίνγκο, μεσογειακές φώκιες και περιοχές αναπαραγωγής θαλάσσιων χελωνών.
Τι λέει ο Ράμα
Η κυβέρνηση Ράμα έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι το project στο Σάζαν και το Ζβέρνετς θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη του τουρισμού στην Αλβανία και θα λειτουργήσει ως πόλος προσέλκυσης διεθνών κεφαλαίων υψηλής κλίμακας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει συσταθεί κρατική εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία θα εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον στο επενδυτικό σχήμα. Σε δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Ράμα έχει διαψεύσει ότι το νησί έχει πωληθεί, υπογραμμίζοντας ότι το αλβανικό κράτος θα συμμετέχει στο σχήμα ως εταίρος, εξασφαλίζοντας θεσμική παρουσία στη διαχείριση του έργου. Έχει επίσης αναφέρει ότι η ανάπτυξη δεν θα έχει τη μορφή ενός κλειστού και αποκλειστικού resort, αλλά θα περιλαμβάνει περιορισμένη δόμηση με έμφαση σε πολιτιστικές και καλλιτεχνικές χρήσεις.
O Αλβανός πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η περιοχή του Ζβέρνετς αφορά ιδιωτικές εκτάσεις με κατοχυρωμένους τίτλους ιδιοκτησίας, σε αντίθεση με το Σάζαν που παραμένει κρατική περιουσία και αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον επενδυτή. Παράλληλα τόνισε ότι η λιμνοθάλασσα της Νάρτας δεν επηρεάζεται από το έργο.
Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι το επενδυτικό σχέδιο έχει υποστεί διαδοχικές αναθεωρήσεις, με τις αρχικές εκδοχές να τροποποιούνται ή να απορρίπτονται ώστε να ευθυγραμμιστούν με τα περιβαλλοντικά πρότυπα και τις απαιτήσεις των αρμόδιων θεσμών. Σύμφωνα με τις ίδιες τοποθετήσεις, οι επενδυτές έχουν συνεργαστεί με διεθνή αρχιτεκτονικά γραφεία και περιβαλλοντικούς συμβούλους για την εκπόνηση νέου σχεδίου ανάπτυξης.
Αναφερόμενος στα επεισόδια που σημειώθηκαν τις τελευταίες μέρες κατά τις εργασίες περίφραξης στο Ζβέρνετς και στις συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και ιδιωτικών συνεργείων ασφαλείας, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα επιβληθούν κυρώσεις για παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένου προστίμου για την τοποθέτηση συρματοπλέγματος, ενώ η εμπλεκόμενη εταιρεία security δεν θα μπορεί να συνεχίσει τη δραστηριότητά της στη χώρα.
Μιλώντας τη Δευτέρα ενώπιον του αλβανικού κοινοβουλίου, ο Έντι Ράμα απέρριψε τις κατηγορίες ότι το έργο επεκτείνεται σε προστατευόμενη περιοχή άγριας ζωής. Όπως υποστήριξε, η τελική πρόταση δεν έχει ακόμη κατατεθεί επισήμως, ενώ η περιβαλλοντική μελέτη παραμένει σε εξέλιξη.
Οι υπόλοιπες business του Κούσνερ
Τα επενδυτικά σχέδια του Κούσνερ στα Βαλκάνια αποτυπώνουν ένα ευρύτερο γεωγραφικό αποτύπωμα, το οποίο δεν περιορίζεται στην Αλβανία, αλλά εκτείνεται και σε άλλες χώρες της περιοχής, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη Σερβία.
Στη Σερβία, η Affinity Partners είχε προχωρήσει σε συμφωνία για την ανάπτυξη ενός εμβληματικού συγκροτήματος στο κέντρο του Βελιγραδίου, στον χώρο του πρώην Υπουργείου Άμυνας, γνωστού ως Generalštab — ενός κτιρίου που έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, καθώς είχε υποστεί ζημιές από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ το 1999 και θεωρείται από πολλούς μνημείο μνήμης.
Το σχέδιο προέβλεπε την ανάπτυξη ενός μεγάλου πολυτελούς συγκροτήματος με ξενοδοχείο, κατοικίες και εμπορικές χρήσεις, με επενδυτικό ύψος που σε ορισμένες εκδοχές ξεπερνούσε τα 500 εκατ. δολάρια. Για να προχωρήσει το project, οι σερβικές αρχές προχώρησαν σε θεσμικές και νομοθετικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της αποδυνάμωσης του καθεστώτος προστασίας του κτιρίου και της δημιουργίας fast-track διαδικασιών αδειοδότησης.
Ωστόσο, το έργο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από αρχιτέκτονες, οργανώσεις πολιτών και αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, οι οποίες υποστήριξαν ότι αλλοιώνει ένα ιστορικό μνημείο και εγείρει ζητήματα διαφάνειας και πολιτικών σκοπιμοτήτων γύρω από την αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας.
Οι αντιδράσεις αυτές εξελίχθηκαν σε ευρύτερη κοινωνική και πολιτική κρίση, με διαδηλώσεις και δικαστικές διερευνήσεις που αφορούσαν τη διαδικασία αποχαρακτηρισμού του χώρου. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η επένδυση οδηγήθηκε σε αναστολή, με την εταιρεία του Κούσνερ να αποσύρεται από το project, επικαλούμενη την ανάγκη αποφυγής περαιτέρω πόλωσης.
Η επενδυτική δραστηριότητα του Κούσνερ μέσω της Affinity Partners δεν περιορίζεται στα Βαλκάνια, αλλά εκτείνεται σε ένα ευρύτερο διεθνές χαρτοφυλάκιο που συνδυάζει χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις, τεχνολογικές επενδύσεις και μεγάλα private equity deals.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Ισραήλ, όπου η Affinity Partners έχει αναπτύξει το πιο συστηματικό επενδυτικό της αποτύπωμα. Οι τοποθετήσεις περιλαμβάνουν συμμετοχές σε χρηματοοικονομικούς ομίλους και επενδυτικές εταιρείες, καθώς και σε σχήματα που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ασφαλίσεων, του leasing και του fintech. Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος της επενδυτικής του στρατηγικής συνδέεται με τον Κόλπο και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
