Το Κρίβι Ριχ, η γενέτειρα του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δίνει μάχη για να επιβιώσει. Οι ρωσικές αεροπορικές επιδρομές έχουν παραλύσει τα τεράστια χαλυβουργεία και τα ορυχεία της πόλης, γονατίζοντας την τοπική οικονομία.
Ο δήμαρχος Ολεξάντρ Βίλκουλ δήλωσε ότι η εκτεταμένη βιομηχανική πόλη, η οποία απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Ινχουλέτς, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να παραμείνουν ανοιχτά τα νοσοκομεία, να συνεχιστεί η ηλεκτροδότηση σε νηπιαγωγεία και σχολεία και να εξακολουθούν να κυκλοφορούν τα λεωφορεία.
“Στο Κρίβι Ριχ η κατάσταση είναι στην πραγματικότητα χειρότερη από οπουδήποτε αλλού, με εξαίρεση την ίδια τη γραμμή του μετώπου”, δήλωσε σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του ο 52χρονος δήμαρχος, πρώην στέλεχος της μεταλλευτικής βιομηχανίας.
Η οικονομική πίεση που δέχεται η πόλη των περίπου 600.000 κατοίκων αποτυπώνει τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η Ουκρανία, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση από την έναρξη της ρωσικής εισβολής πλήρους κλίμακας το 2022.
Τον περασμένο μήνα, ο μεγαλύτερος εργοδότης της πόλης, το τεράστιο συγκρότημα εξόρυξης και παραγωγής χάλυβα της ArcelorMittal, ανέστειλε τη λειτουργία του μετά από σειρά ρωσικών επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους, οι οποίες έθεσαν εκτός λειτουργίας τις υψικαμίνους.
Οι προοπτικές για την επόμενη χρονιά είναι δυσοίωνες, σύμφωνα με τον Βίλκουλ.
“Πρόκειται για επιβίωση. Αυτή τη στιγμή πρέπει να επιβιώσουμε”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παραλύει η βαριά βιομηχανία
Η εικόνα στο Κρίβι Ριχ επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την άλλοτε πανίσχυρη ουκρανική χαλυβουργία, η οποία πριν από τον πόλεμο αντιστοιχούσε περίπου στο ένα δέκατο της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας.
Μεγάλα χαλυβουργικά συγκροτήματα στη Ζαπορίζια, στη νοτιοανατολική Ουκρανία, αλλά και σε άλλες βιομηχανικές πόλεις παραμένουν αδρανή, ενώ οι εξαγωγές έχουν ουσιαστικά σταματήσει.
Η κλιμάκωση των ρωσικών επιθέσεων με drones και πυραύλους το φετινό καλοκαίρι κατέστρεψε εργοστάσια και αποθήκες σε ολόκληρη την Ουκρανία, προκάλεσε ζημιές σε λιμάνια και σιδηροδρομικές υποδομές και ανάγκασε καταστήματα και επιχειρήσεις να αναστείλουν τη λειτουργία τους. Ως αποτέλεσμα, επιβραδύνεται τόσο η οικονομική ανάπτυξη όσο και η αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Την ίδια στιγμή, ο τεχνολογικά εξελιγμένος πόλεμος γίνεται ολοένα ακριβότερος για την Ουκρανία.
Δισεκατομμύρια ευρώ από ξένα δάνεια έχουν καθυστερήσει, καθώς δεν έχουν ακόμη ψηφιστεί νομοθετικές ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων για μη δημοφιλείς φορολογικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα κατά της διαφθοράς, που ζητούν οι δυτικοί σύμμαχοι του Κιέβου. Το αποτέλεσμα είναι ένα τεράστιο δημοσιονομικό κενό.
Η Ουκρανία χρειάζεται φέτος 56 δισ. δολάρια για να καλύψει το κενό αυτό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της οικονομικής της παραγωγής. Από το συνολικό ποσό, τα 27 δισ. δολάρια αφορούν στρατιωτικές δαπάνες.
Αγώνας δρόμου για τη χρηματοδότηση
Για να καλυφθεί το χρηματοδοτικό έλλειμμα, Ουκρανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν την περασμένη εβδομάδα στις Βρυξέλλες με Ευρωπαίους εταίρους, προκειμένου να συζητήσουν την επίσπευση εκταμιεύσεων που προβλέπονται για το επόμενο έτος στο πλαίσιο δανείου της ΕΕ ύψους 90 δισ. ευρώ, περίπου 101 δισ. δολαρίων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ουκρανική κυβέρνηση ανακοίνωσαν ότι έχουν εντοπίσει τους απαιτούμενους πόρους για να καλυφθεί το φετινό δημοσιονομικό κενό.
Ωστόσο, τρεις πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων ανέφεραν ότι η επίσπευση των εκταμιεύσεων ενδέχεται να αυξήσει τις δημοσιονομικές πιέσεις την επόμενη χρονιά, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επικείμενες προεκλογικές εκστρατείες σε χώρες-συμμάχους της Ουκρανίας, όπως η Γαλλία και η Πολωνία, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη στήριξη προς το Κίεβο.
Ο πρωθυπουργός Σεργκίι Κορέτσκι αναγνωρίζει ότι η κατάσταση είναι “δύσκολη”. Η κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να παγώσει μη απαραίτητες δαπάνες, μεταξύ άλλων για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων κτιρίων και υποδομών, ώστε να δοθεί προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες, στους μισθούς του δημόσιου τομέα και στις συντάξεις.
“Όλοι οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν στους απολύτως κρίσιμους τομείς”, δήλωσε ο Κορέτσκι σε δημοσιογράφους.
Εκτοξεύεται το κόστος του πολέμου, μειώνονται τα έσοδα
Πριν από δύο χρόνια, μία ημέρα πολεμικών επιχειρήσεων κόστιζε στην Ουκρανία περίπου 140 εκατ. δολάρια. Σήμερα, το ποσό έχει αυξηθεί στα 190 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με τη Ροξολάνα Πιντλάσα, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής επιτροπής προϋπολογισμού.
Το ποσό αυτό, μάλιστα, δεν περιλαμβάνει την άμεση στρατιωτική βοήθεια που παρέχουν οι δυτικοί σύμμαχοι στο Κίεβο.
Η αύξηση των δαπανών οφείλεται εν μέρει στην ανάγκη προμήθειας ακριβών όπλων μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, τα οποία μπορούν να πλήξουν ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο.
Παράλληλα, το μισθολογικό κόστος του διευρυμένου ουκρανικού στρατού βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ το κράτος καλείται να στηρίξει ολοένα περισσότερες οικογένειες στρατιωτικών που έχουν τραυματιστεί ή σκοτωθεί.
“Οι δαπάνες θα συνεχίσουν να αυξάνονται”, δήλωσε η Πιντλάσα σε συνέδριο στο Κίεβο. “Αυτός είναι ένας ακόμη πρακτικός λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη πρέπει να κινηθούν ταχύτερα, ώστε να πιέσουν τη Ρωσία να τερματίσει τον πόλεμο”.
Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους, η Ουκρανία δαπάνησε περισσότερα από 44 δισ. δολάρια μόνο για την άμυνα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. Το ποσό δεν περιλαμβάνει τη στρατιωτική βοήθεια σε είδος από τους συμμάχους.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου 42 δισ. δολάρια από φορολογικά έσοδα, καθώς η οικονομία επιβραδύνθηκε.
Η Πιντλάσα ανέφερε ότι μόνο κατά το πρώτο εννεάμηνο του έτους ο κρατικός προϋπολογισμός έχασε περισσότερα από 49,5 δισ. γρίβνια, περίπου 1,1 δισ. δολάρια, σε φορολογικά έσοδα εξαιτίας των ρωσικών επιθέσεων. Οι επιθέσεις δεν προκάλεσαν μόνο ζημιές σε περιουσίες και εμπορεύματα, αλλά διέκοψαν τις μεταφορές και ανάγκασαν καταστήματα και επιχειρήσεις να αναστείλουν τη λειτουργία τους για ώρες.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του έτους οι συνολικές απώλειες θα μπορούσαν να φτάσουν τα 70 δισ. γρίβνια.
“Δεν αντιμετωπίζουμε ένα προσωρινό αλλά ένα διαρθρωτικό πρόβλημα στα έσοδα, ακριβώς τη στιγμή που οι δαπάνες απαιτούν πραγματικά περισσότερους πόρους”, δήλωσε η οικονομολόγος Ολεξάντρα Μιρονένκο, από το Centre for Economic Strategies, δεξαμενή σκέψης με έδρα το Κίεβο.
Οι επιχειρήσεις περιορίζουν δραστηριότητες
Ορισμένες ουκρανικές επιχειρήσεις έχουν ήδη αρχίσει να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους. Άλλες έχουν αναστείλει επενδύσεις και κεφαλαιουχικές δαπάνες, καθώς η χώρα προετοιμάζεται για έναν δύσκολο χειμώνα.
Το επιχειρηματικό κλίμα και οι οικονομικές προσδοκίες επιδεινώνονται.
Ο Βασίλ Χμελνίτσκι, ιδρυτής βιομηχανικού πάρκου στην Μπίλα Τσέρκβα, κοντά στο Κίεβο, δήλωσε ότι ακύρωσε τα σχέδια για την κατασκευή τριών νέων εργοστασίων.
“Οι κίνδυνοι είναι αυτή τη στιγμή απλώς υπερβολικά μεγάλοι, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους ανθρώπους”, έγραψε σε ανάρτησή του στο Facebook.
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πλήγμα στον αγροτικό τομέα, τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων της Ουκρανίας από εξαγωγές. Οι ρωσικές επιθέσεις στα ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας οδήγησαν σε ετήσια πτώση 36,6% στις εξαγωγές σιτηρών τον Σεπτέμβριο.
Περίπου 40 δισ. δολάρια από έσοδα εξαγωγών κινδυνεύουν να χαθούν φέτος εξαιτίας του αποκλεισμού, δήλωσε ο υπουργός Οικονομίας Ολεξάντρ Κραβτσένκο.
Παρά τη διοχέτευση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ σε εξωτερική οικονομική βοήθεια, η ουκρανική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 0,5% έως 1,5% φέτος, σύμφωνα με οικονομολόγους, έναντι ανάπτυξης 1,8% το 2025.
Καθυστερεί η ξένη βοήθεια
Έπειτα από περισσότερα από τέσσερα χρόνια έντονων πολεμικών συγκρούσεων, η Ουκρανία έχει καταφέρει να διατηρήσει τη μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική της σταθερότητα χάρη στη δημοσιονομική στήριξη των δυτικών εταίρων της, έχοντας λάβει συνολικά σχεδόν 200 δισ. δολάρια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Κορέτσκι, ξένη οικονομική βοήθεια ύψους 29,5 δισ. δολαρίων κινδυνεύει φέτος λόγω των καθυστερήσεων στην ψήφιση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.
Η κυβέρνηση έχει μεταθέσει περίπου 900 εκατ. δολάρια σε κεφαλαιουχικές δαπάνες για τον Δεκέμβριο, ελπίζοντας ότι έως τότε θα έχουν ψηφιστεί οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
Στόχος είναι να έχει ολοκληρωθεί η ψήφιση όλων των απαιτούμενων νομοσχεδίων από το κοινοβούλιο έως τις 15 Οκτωβρίου, δήλωσε ο Κορέτσκι.
“Μόνο τότε θα πάρουμε όλα τα χρήματα. Αυτό είναι απολύτως κρίσιμο. Πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό”, ανέφερε.
Την ίδια ώρα, το ουκρανικό κοινοβούλιο συζητά τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Η κυβέρνηση έχει προτείνει ιστορικά υψηλές αμυντικές δαπάνες, ύψους 110 δισ. δολαρίων. Το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει την άμεση στρατιωτική βοήθεια από τους συμμάχους.
Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκίι Μαρτσένκο εκτιμά ότι το μη χρηματοδοτούμενο δημοσιονομικό κενό για την επόμενη χρονιά ξεπερνά ήδη τα 32 δισ. δολάρια.
Μία από τις λύσεις, σύμφωνα με τον Μαρτσένκο, είναι η αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη για τη χρηματοδότηση του ουκρανικού προϋπολογισμού. Οι χώρες της ΕΕ έχουν δεσμεύσει περίπου 210 δισ. ευρώ από τα περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
“Η Ουκρανία συνεχίζει να κινητοποιεί εγχώριους πόρους, όμως η κλίμακα του πολέμου που διεξάγει η Ρωσία θέτει σαφή όρια στις δυνατότητές μας”, ανέφερε ο Μαρτσένκο σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.


