Του Κώστα Ράπτη
Συνήθως ο Ταγίπ Ερντογάν προβάλλει για τη χώρα του την εικόνα μιας “ήρεμης δύναμης”, στην οποία όλοι εντέλει θα προστρέξουν για αμοιβαία επωφελείς ρυθμίσεις στα θέματα της περιοχής. Ενίοτε όμως επιστρατεύει, εναλλάξ ή συνδυαστικά, και τη γλώσσα των απειλών – και θα ήταν αφροσύνη αυτό να θεωρηθεί απλώς κενός περιεχομένου λεονταρισμός.
Η ελληνική πλευρά ήδη νιώθει την αλλαγή του κλίματος, σαν να μη διατυπώθηκε μόλις πέρσι η “Διακήρυξη των Αθηνών”. Και είναι σαφές τι τροφοδοτεί αυτή την αλλαγή: η ολοένα και μεγαλύτερη σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας και Ισραήλ, με αποκορύφωμα την πρόσφατη συνυπογραφή της προμήθειας του ισραηλινού αντιπυραυλικού συστήματος της “Ασπίδας του Αχιλλέα”.
Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε το σήμα των απειλών, όταν, στις αρχές του μηνός, διακήρυξε ότι η χώρα του “δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να παραβιάσει τα δικαιώματά της” και ότι “η Ελλάδα πρέπει να γυρίσει πίσω από αυτόν τον λάθος δρόμο που έχει ακολουθήσει” – με ρητή απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, αλλά και υπομνήσεις ότι “η Ιστορία είναι ένας πολύ καλός οδηγός για όσους μαθαίνουν από αυτήν”.
Τσελίκ μαινόμενος
Τη σκυτάλη πήρε την εβδομάδα αυτή, συγκεκριμένα το βράδυ της Πέμπτης, ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, Ομέρ Τσελίκ, ο οποίος σε ερώτηση για τα 12 ναυτικά μίλια και τη σχεδιαζόμενη για σήμερα επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Καστελόριζο, υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν μπορεί να περιορίσει την Τουρκία μέσω συμμαχιών με τρίτες χώρες, υπονοώντας το Ισραήλ.
Μάλιστα, χαρακτήρισε “άχρηστες” ορισμένες από αυτές τις συνεργασίες και πρόσθεσε ότι “αυτό θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά και στην Ελλάδα”.
Η κριτική του έγινε προσωπική όταν αναφέρθηκε στη σχέση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Βενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντας τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ως “ναζί”, ενώ κατηγόρησε τον επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης ότι επιδεικνύει ιδιαίτερη προθυμία να συνταχθεί με την πολιτική του Ισραήλ, την οποία περιέγραψε ως επιθετική. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιλογή δεν εξυπηρετεί ούτε τον ελληνικό λαό.
Ο Τσελίκ υποστήριξε πάντως ότι η χώρα διαθέτει επαρκή ισχύ, τόσο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσο και στο πεδίο, ώστε να εμποδίσει κινήσεις που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντά της. Τόνισε δε ότι η πρόσκληση της Άγκυρας σε διάλογο δεν πηγάζει από αδυναμία.
Ανέφερε ότι η δημιουργία περισσότερων κρίσεων δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής ικανότητας και κάλεσε την Ελλάδα να μην ακολουθεί τους σχεδιασμούς και τις “περιπέτειες” μεγάλων δυνάμεων. “Όλοι θα φύγουν από αυτή την περιοχή, αλλά εμείς και η Ελλάδα θα μείνουμε πάλι μόνοι μας στο τέλος”, κατέληξε, επαναλαμβάνοντας ότι οι δύο χώρες πρέπει να αναζητήσουν λύσεις μεταξύ τους, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Έξω από τον συνήθη κύκλο
Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μιαν επικράτεια έξω από τον συνήθη κύκλο ενδιαφέροντος των ελληνοτουρκικών. Άλλωστε η τουρκική ηγεσία έχει, προς Nότον και Aνατολάς, περισσότερο πιεστικές γεωπολιτικές προτεραιότητες από τα ελληνοτουρκικά, ενώ συνηθίζει να αντιμετωπίζει την Ελλάδα με υπεροψία ως παίκτη στερούμενο αυτονομίας και ουσιαστικών δυνατοτήτων. Είναι ακριβώς η αίσθηση ότι η Ελλάδα τίθεται στην υπηρεσία τρίτων, ανταγωνιστικών προς τις μεσανατολικές φιλοδοξίες της Άγκυρας, που προσδίδει αίφνης στις παλαιές ελληνοτουρκικές τριβές ανανεωμένη, αν όχι εκρηκτική, δυναμική.
Το “σύνδρομο των Σεβρών”, που συνοδεύει την Τουρκική Δημοκρατία από τις μέρες της ίδρυσής της, ήτοι ο φόβος ότι οι δυτικές δυνάμεις διαχρονικά απεργάζονται τον διαμελισμό της, παίρνει στις μέρες μας τη μορφή ενός ιδιαίτερου “συνδρόμου περικύκλωσης”, με πρώτο επίδικο την πρόσβαση στην Aνατολική Μεσόγειο, συνεπώς και τη δυνατότητα προβολής επιρροής στον αραβικό κόσμο – χωρίς να λείπει και η απαραίτητη “κουρδική διάσταση”, καθώς ο υπ’ αριθμόν ένα υπαρξιακός εφιάλτης της γείτονος συσχετίζεται (όχι αβάσιμα) στον νου των Τούρκων ιθυνόντων με τους σχεδιασμούς του Ισραήλ.
Το ισραηλινό “Σχέδιο Γινόν” της δεκαετίας του ‘80 για την αποδυνάμωση ή και τον διαμελισμό όλων των γειτονικών χωρών διά της εκμεταλλεύσεως τοπικών εθνοθρησκευτικών διαφορών είναι μία πραγματικότητα – όσο και αν, κατά τη στιγμή της διατύπωσής του, η Τουρκία αποτελούσε στρατηγικό σύμμαχο του Ισραήλ και μέγα ανάχωμα στην προώθηση αντιδυτικών επιρροών στην περιοχή.
Στο τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τη μοιραία 7η Οκτωβρίου 2023, και ακόμα περισσότερο μετά τον πόλεμο που εγκαινίασαν ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, τα χαρτιά ξαναμοιράζονται. Και εν μέσω εσωτερικής και εξωτερικής αποδυνάμωσης η κυβέρνηση Νετανιάχου και οι φίλοι της επιδίδονται σε μια ξέφρενη φυγή προς τα εμπρός, μη διστάζοντας να κατονομάζουν τη χώρα του Ερντογάν ως εχθρό και ως το επόμενο κράτος που θα πρέπει να “κοντύνει” χάριν της ασφάλειας του “Μεγάλου Ισραήλ”. Και καταλλήλως εμφανιζόμενες αναλύσεις υποδεικνύουν τον Πενταδάκτυλο της κατεχόμενης Κύπρου (που δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα να κατοπτεύει τον ισραηλινό εναέριο χώρο από τα δυτικά) ως πρόσφορο στόχο ενός πρώτου “μαθήματος”.
Από την άλλη πλευρά, η “νεο-οθωμανική” ροπή του Ερντογάν είναι και αυτή πραγματική. Και προϋποθέτει τη “διόρθωση ιστορικών αδικιών” εις βάρος της Κοινότητας των Πιστών και των ιερών της τόπων. Μάλιστα, ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος, ενθυμούμενος παλαιότερα την άφιξη των καταδιωγμένων από την Ισπανία Σεφαραδιτών Εβραίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπαινίχθηκε σαφώς ότι η χώρα του θα μπορούσε στο μέλλον (ένα μέλλον προφανώς “μετα-αμερικανικό”) να αναλάβει ρόλο προστάτη της συνέχισης της εβραϊκής παρουσίας στην αγία Γη.
Πρόκειται για άκρως παράδοξη εικόνα, αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι τουρκο-ισραηλινές οικονομικές σχέσεις παραμένουν αλώβητες (διανύοντας ίσως την καλύτερη περίοδό τους στην τελευταία δεκαπενταετία, κατά την οποία έχουν ψυχρανθεί οι πολιτικές σχέσεις) και ότι η πολεμική προσπάθεια του Ισραήλ θα ήταν περίπου αδιανόητη δίχως τη συνεχιζόμενη ενεργειακή τροφοδοσία με αζερικό πετρέλαιο από τουρκικούς λιμένες, η οποία καλύπτει το 40% των συνολικών του αναγκών.
Κύριο επίδικο η Συρία
Η ιδιόμορφη διαπλοκή ανταγωνισμού και συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ κατεξοχήν κρίνεται αυτή την περίοδο στην οιονεί συγκατεχόμενη μετα-ασαντική Συρία.
Ήδη τον Αύγουστο, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη για τον από αέρος βομβαρδισμό εγκαταλελειμμένης συριακής αεροπορικής βάσης στο Αμπού Ντουχούρ του Χαλεπίου, περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από τα συροτουρκικά σύνορα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου, δήλωσε ότι η χώρα του δεν θα ανεχθεί καμία προώθηση τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων προς Νότον. Η συγκεκριμένη βάση είχε προσφάτως δεχθεί την επίσκεψη Τούρκων αξιωματούχων, στην προοπτική αξιοποίησής της από τουρκικής πλευράς, με τη συγκατάθεση των φίλων της Άγκυρας που κυβερνούν στη Δαμασκό.
Παράλληλα, ο αρχηγός του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας του Ισραήλ, ο αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, διεμήνυσε πως ο ισραηλινός στρατός δεν θα επιτρέψει “σε εχθρικές δυνάμεις να εγκατασταθούν” στα συριακά σύνορα.
Το Ισραήλ έχει εξαπολύσει εκατοντάδες αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Συρίας μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ από συμμαχία ισλαμιστών τον Δεκέμβριο του 2024. Επιπλέον, ανέπτυξε στρατεύματα σε ουδέτερη ζώνη υπό επιτήρηση του ΟΗΕ, που χώριζε τις ισραηλινές από τις συριακές δυνάμεις στο υψίπεδο του Γκολάν, κάνοντας λόγο για “ζώνη ασφαλείας” από την οποία δεν προτίθεται να αποχωρήσει.


