
Παρά το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή μετά την επίθεση των ΗΠΑ/Ισραήλ κατά του Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου δεν έφτασαν στα επίπεδα ρεκόρ που είχαν καταγραφεί το 2008, ενώ παράλληλα οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ δεν ξεπέρασαν τα υψηλά του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, η ταχεία αποκλιμάκωση των τιμών μετά τη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δείχνει να επιβεβαιώνει τις προβλέψεις του Αμερικανού προέδρου πως οι τιμές θα πέσουν σύντομα και να διαψεύδει τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
«Οι αγορές τείνουν να επιλύουν τα προβλήματα πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι αναμένεται», δήλωσε ο Peter Taylor, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων στον όμιλο Macquarie Group.
Ωστόσο, σχετική ανάλυση του CNN προειδοποιεί να μην επαναπαυτούμε, θεωρώντας πως όλα έχουν τελειώσει, αφού – όπως σημειώνεται – το τέλος στην ιστορία με το πετρέλαιο δεν έχει γραφτεί ακόμη.
Η υψηλή προσφορά έσωσε το «παιχνίδι»
Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, η αγορά απώλεσε περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς. Συνολικά, στο διάστημα Φεβρουαρίου–Αυγούστου, η παγκόσμια οικονομία εκτιμάται ότι θα στερηθεί περίπου 1,6 δισεκατομμύρια βαρέλια, σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan.
Καθώς μεγάλες ποσότητες πετρελαίου έμειναν εγκλωβισμένες λόγω της στρατιωτικής έντασης και των θαλάσσιων περασμάτων που είχαν ναρκοθετηθεί, αρκετοί αναλυτές προέβλεψαν ότι οι τιμές θα εκτινάσσονταν στα 150 ή ακόμη και στα 200 δολάρια μέχρι το καλοκαίρι.
Ωστόσο, η τιμή του Brent δεν έκλεισε ποτέ πάνω από τα 115 δολάρια, ενώ το αμερικανικό αργό δεν ξεπέρασε τα 113 δολάρια το βαρέλι.
Καθοριστικό ρόλο στην αποφυγή ενός μεγαλύτερου ράλι έπαιξε η υψηλή προσφορά. Σύμφωνα με την JPMorgan, η παγκόσμια αγορά εισήλθε στην κρίση με περίπου 407 εκατομμύρια βαρέλια αξιοποιήσιμου αποθέματος, τα οποία λειτούργησαν ως σημαντικό «μαξιλάρι» για τις τιμές.
Στην ίδια κατεύθυνση συνέβαλε και η μαζική αποδέσμευση περίπου 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), μια ενίσχυση ρευστότητας που συνεχίζει να επηρεάζει την αγορά. Παράλληλα, η απόφαση του Τραμπ να άρει κυρώσεις στο ρωσικό και ιρανικό πετρέλαιο πρόσθεσε επιπλέον εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια στην παγκόσμια προσφορά.
«Η αγορά προσαρμόστηκε επανειλημμένα με τρόπους που εμπόδισαν τις τιμές να κινηθούν ουσιαστικά υψηλότερα», δήλωσε η Natasha Kaneva, επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής εμπορευμάτων της JPMorgan – μία από τους λίγους αναλυτές που είχαν προβλέψει ότι οι τιμές θα κινούνταν κατά μέσο όρο γύρω στα 100 δολάρια την άνοιξη.
Ωστόσο, η Kaneva εξέφρασε έκπληξη για το πόση επιπλέον προσφορά προέκυψε από τα υποτιθέμενα κλειστά Στενά του Ορμούζ τον τελευταίο μήνα. Όπως ανέφερε, δεκάδες πλοία απενεργοποίησαν τους πομπούς τους και εξήλθαν κρυφά από τον Περσικό Κόλπο, μεταφέροντας περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα.
Συνδυαστικά, αυτές οι πρόσθετες πηγές προσφοράς περιόρισαν σημαντικά το σοκ και κατέστησαν την επίδρασή του πολύ πιο εύκολα απορροφήσιμη από την αγορά.
Πώς επέδρασε η αύξηση της παραγωγής
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, κρίσιμος παράγοντας ήταν και η απότομη αύξηση της παραγωγής με αιχμή τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενίσχυσαν ιδιαίτερα την παραγωγή τους, ωστόσο λειτούργησαν ως προμηθευτής τελευταίας καταφυγής, καλύπτοντας το κενό που άφησε η Μέση Ανατολή. Αυτό συνέβαλε στην αποσόβηση μιας πιθανής κρίσης καυσίμων αεροσκαφών στην Ευρώπη, αλλά και ελλείψεων ντίζελ στην Αυστραλία.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι τιμές έχουν υποχωρήσει τόσο έντονα τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες είναι η εκτίμηση ότι η αύξηση της παραγωγής δεν θα ανατραπεί όταν επαναλειτουργήσουν τα Στενά του Ορμούζ, απελευθερώνοντας περίπου 93 εκατομμύρια βαρέλια εγκλωβισμένου αργού, σύμφωνα με την Kpler.
«Η οικονομική ανάκαμψη της Σαουδικής Αραβίας από τον πόλεμο του Ιράν θα επιταχυνθεί θεαματικά από την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου», δήλωσε ο Jason Tuvey, οικονομολόγος αναδυόμενων αγορών στην Capital Economics. Προβλέπει επίσης ότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) από τον ΟΠΕΚ θα τα οδηγήσει σε απότομη αύξηση της παραγωγής τους τις επόμενες εβδομάδες και μήνες.
Παρότι υπήρχε η εκτίμηση ότι η αύξηση της παραγωγής θα απαιτούσε αρκετούς μήνες, σύμφωνα με τον Taylor της Macquarie η προσαρμογή μπορεί να γίνει πολύ πιο γρήγορα.
«Η προκατάληψη της πολυπλοκότητας (complexity bias) έχει επιβάλει το αφήγημα ότι η εξομάλυνση της αγοράς πετρελαίου θα μπορούσε να πάρει πολύ χρόνο», δήλωσε ο Taylor. «Διαφωνούμε», είπε ο ίδιος.
Η μεγάλη πτώση στη ζήτηση
Στην αντίθετη πλευρά της εξίσωσης, η ζήτηση για πετρέλαιο από τους καταναλωτές μειώθηκε τους τελευταίους μήνες πολύ περισσότερο απ’ όσο είχαν προβλέψει οι περισσότεροι αναλυτές.
Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου, οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν εκτιμάται ότι θα έχουν «εξαφανίσει» ζήτηση που αντιστοιχεί σε περίπου 800 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, σύμφωνα με την JPMorgan.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη φαίνεται να έχει η Κίνα. Με σημαντικά προϋπάρχοντα αποθέματα πριν από την κρίση και με τη στροφή προς μονάδες παραγωγής ενέργειας που λειτουργούν με καύση άνθρακα κατά τη διάρκεια του πολέμου, η ζήτηση στη χώρα μειώθηκε κατά 2,6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με την Kpler. Επιπλέον, η ταχεία επέκταση των ηλεκτρικών οχημάτων έχει περιορίσει την κατανάλωση πετρελαίου στην Κίνα κατά περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, όπως εκτιμά ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας.
Παρότι οι πετρελαϊκές εταιρείες χρειάστηκε να αντλήσουν σημαντικά αποθέματα από τις αποθήκες τους κατά την περίοδο της κρίσης, η απότομη πτώση της ζήτησης αποδείχθηκε καθοριστική, αποτρέποντας την εξάντληση των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού.
Το αν η αγορά εξισορρόπησε λόγω μείωσης των αποθεμάτων ή λόγω υποχώρησης της ζήτησης μπορεί να μοιάζει λεπτομέρεια. Ωστόσο, όπως τονίζει η Kaneva, για τον καθορισμό των τιμών η διαφορά είναι ουσιαστική.
Και αυτό διότι, όταν μειώνονται τα αποθέματα, οι τιμές τείνουν να εκτοξεύονται, καθώς τα διυλιστήρια ανταγωνίζονται για περιορισμένες ποσότητες πετρελαίου. Αντίθετα, όταν υποχωρεί η ζήτηση – δηλαδή όταν η κατανάλωση απλώς μειώνεται – οι τιμές πιέζονται αναγκαστικά προς τα κάτω.
Πόσο θα πέσουν ακόμη οι τιμές
Παρά την αυξημένη προσφορά και τη μειωμένη ζήτηση σε συνδυασμό με τα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου λόγω αύξησης της παραγωγής, το πρόβλημα δεν έχει ακόμη λυθεί οριστικά.
Τα αποθέματα στο Κάσινγκ της Οκλαχόμα, που αποτελεί κομβικό σημείο του αμερικανικού δικτύου αγωγών, υποχώρησαν την περασμένη εβδομάδα λίγο κάτω από τα 19 εκατομμύρια βαρέλια, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2014.
Το επίπεδο αυτό βρίσκεται κάτω από το λεγόμενο όριο λειτουργικής πίεσης (operational stress levels), στο οποίο καθίσταται δύσκολη η επαρκής δημιουργία πίεσης για τη μεταφορά πετρελαίου μέσω των αγωγών προς τα διυλιστήρια που το χρειάζονται.
Καθώς οι τιμές έχουν επιστρέψει σε επίπεδα πριν από τον πόλεμο, η αγορά φαίνεται να προεξοφλεί ότι τα αμερικανικά αποθέματα δεν θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα. Ωστόσο, μια συμφωνία με το Ιράν που θα επιτρέψει την επιστροφή αυτών των βαρελιών στην αγορά και η πραγματική αναπλήρωση των αποθεμάτων είναι δύο διαφορετικές διαδικασίες.
«Το να πάρουμε πίσω τα βαρέλια είναι μια διαφορετική πρόκληση από το να καταλήξουμε σε μια συμφωνία», σημείωσε ο Alan Gelder, επικεφαλής μακροοικονομικού τομέα πετρελαίου στη Wood Mackenzie.
Ο Gelder εκτιμά ότι περίπου το 90% της προπολεμικής παραγωγής θα μπορούσε να επανέλθει μέσα σε έξι μήνες, ωστόσο η πλήρης επιστροφή σε κανονικές συνθήκες μπορεί να απαιτήσει «σημαντικά περισσότερο χρόνο».
Την ίδια στιγμή, η Κίνα και άλλες χώρες που είχαν αντλήσει μεγάλες ποσότητες από τα αποθέματά τους αναμένεται να επιδιώξουν την αναπλήρωσή τους, σύμφωνα με τον Oxley. Αυτό θα μπορούσε να επαναφέρει σημαντικό μέρος της ζήτησης προς το τέλος του έτους και μέσα στο 2027.
Για τον λόγο αυτό, ο Oxley θεωρεί ότι μεγάλο μέρος των θετικών εξελίξεων έχει ήδη αποτυπωθεί στις τιμές του πετρελαίου και ότι το περιθώριο περαιτέρω πτώσης είναι περιορισμένο.


