Η επικράτηση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δημιουργεί νέα δεδομένα για τον πόλεμο στο Ιράν, τη στήριξη του Ισραήλ και τις εξελίξεις στην Ουκρανία. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα διλήμματα του Αμερικανού προέδρου, η ενίσχυση της Τεχεράνης και οι νέες προσδοκίες του Κιέβου.
Η συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δεν αλλάζει μόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον. Δημιουργεί νέα δεδομένα στα τρία σημαντικότερα πολεμικά μέτωπα του πλανήτη, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται πλέον να διαχειριστεί τις συγκρούσεις σε Ιράν, Ισραήλ και Ουκρανία έχοντας απέναντί του ένα Κογκρέσο που ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς.
Η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας αποτελεί ισχυρό πλήγμα για τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος βλέπει την πολιτική του ισχύ να περιορίζεται δύο χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του. Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τουλάχιστον 54 έδρες στη Γερουσία, ενώ στη Βουλή αναμένεται να διαθέτουν ευρεία πλειοψηφία.
Το αποτέλεσμα αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν και τις οικονομικές επιπτώσεις του αποτέλεσε βασικό παράγοντα της εκλογικής ανατροπής. Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων, ο πληθωρισμός και η διάψευση της προεκλογικής υπόσχεσης Τραμπ ότι δεν θα εμπλέξει τις ΗΠΑ σε νέους πολέμους αποδείχθηκαν καθοριστικά.
Ωστόσο η αλλαγή των συσχετισμών δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ διατηρεί σημαντικές προεδρικές εξουσίες, ιδιαίτερα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τη διπλωματία. Το ερώτημα είναι εάν η εκλογική αποδυνάμωση θα τον οδηγήσει σε συμβιβασμούς ή σε επιθετικότερες κινήσεις για την αποκατάσταση του πολιτικού του κύρους.
Ιράν
Το πλέον άμεσο δίλημμα αφορά τον πόλεμο με το Ιράν, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Έπειτα από οκτώ μήνες συγκρούσεων η Τεχεράνη αντιμετωπίζει το εκλογικό αποτέλεσμα ως επιβεβαίωση ότι η στρατηγική οικονομικής πίεσης προς τις ΗΠΑ αποδίδει.
Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, μεταφέροντας το κόστος του πολέμου στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Για τον Τραμπ διαμορφώνονται δύο αντίθετες επιλογές: να επιδιώξει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να εμφανίσει τον τερματισμό των εχθροπραξιών ως προσωπική επιτυχία ή να προχωρήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση, επιχειρώντας να επιβάλει τους όρους του.
Οι Δημοκρατικοί μπορούν να αυξήσουν την πίεση περιορίζοντας χρηματοδοτήσεις, απαιτώντας κοινοβουλευτική έγκριση για τη συνέχιση των επιχειρήσεων και καλώντας κυβερνητικά στελέχη σε ακροάσεις. Δεν διαθέτουν, ωστόσο, τη δυνατότητα να τερματίσουν μονομερώς τον πόλεμο.
Παράλληλα, οι διπλωματικές επαφές μέσω Κατάρ δημιουργούν προϋποθέσεις για μια ενδιάμεση συμφωνία, με επίκεντρο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στις ενεργειακές αγορές χωρίς να επιλύσει συνολικά τη σύγκρουση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η εκλογική ήττα να ωθήσει τον Τραμπ σε μια επίδειξη ισχύος, ενώ η Τεχεράνη, θεωρώντας τον αποδυναμωμένο, θα επιδιώξει περισσότερα ανταλλάγματα.
Ισραήλ
Ακόμα πιο σύνθετες είναι οι επιπτώσεις για το Ισραήλ. Η αμερικανική πολιτική στήριξης, που επί δεκαετίες αποτελούσε διακομματική σταθερά, εμφανίζει πλέον βαθιές ρωγμές.
Η ανακοίνωση Τραμπ για διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας, σε συνδυασμό με την επικράτηση των Δημοκρατικών, δημιουργεί πρωτοφανή αβεβαιότητα για την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Η ετήσια αμερικανική στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισ. δολαρίων αποτελούσε βασικό πυλώνα της αμυντικής συνεργασίας, ενώ μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 είχαν διατεθεί πρόσθετα δισεκατομμύρια.
Πλέον στο τραπέζι βρίσκονται περιορισμοί στις πωλήσεις οπλικών συστημάτων, στη διάθεση βαρέων βομβών και ενδεχομένως σε κοινά αμυντικά προγράμματα. Ακόμα και η αμερικανική διπλωματική προστασία του Ισραήλ στα Ηνωμένα Έθνη δεν θεωρείται δεδομένη μακροπρόθεσμα.
Η δυσαρέσκεια για τις απώλειες αμάχων στη Γάζα και τη συνεχιζόμενη βία στη Δυτική Όχθη έχει ενισχύσει την κριτική προς το Ισραήλ, ιδιαίτερα στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Για τον Νετανιάχου η συγκυρία είναι διπλά δυσμενής, καθώς έχει χάσει και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο εσωτερικό της χώρας. Η επιμονή του σε νέα πλήγματα κατά του Ιράν ενδέχεται πλέον να συγκρουστεί με τις πολιτικές ανάγκες της Ουάσιγκτον.
Ουκρανία
Στον αντίποδα, το Κίεβο βλέπει στην επικράτηση των Δημοκρατικών μια πιθανή ευκαιρία ανατροπής της δυσμενούς κατάστασης που διαμορφώθηκε μετά την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας, η χαλάρωση κυρώσεων κατά της Ρωσίας και η πίεση προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποδεχθεί επώδυνους συμβιβασμούς είχαν επιδεινώσει τη θέση της Ουκρανίας.
Το νέο Κογκρέσο μπορεί να επαναφέρει τη χρηματοδότηση και τις παραδόσεις οπλικών συστημάτων, αξιοποιώντας μάλιστα τη διακομματική υποστήριξη που εξακολουθεί να διαθέτει το Κίεβο. Παράλληλα, μπορεί να επιχειρήσει την επαναφορά κυρώσεων στη ρωσική ενέργεια, περιορίζοντας τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε η Μόσχα από την αμερικανική χαλάρωση.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη παράμετρος: ο χρόνος. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενδέχεται να θεωρήσει ότι διαθέτει ένα περιορισμένο παράθυρο ευκαιρίας για στρατιωτικά κέρδη πριν ενισχυθεί ουσιαστικά η αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Έτσι, η πολιτική ανατροπή στην Ουάσιγκτον μπορεί βραχυπρόθεσμα να οδηγήσει ακόμα και σε εντατικοποίηση των ρωσικών επιχειρήσεων.
Το μεγάλο δίλημμα του Τραμπ
Η εκλογική ήττα έχει ήδη προκαλέσει εσωτερικές αντιπαραθέσεις στους Ρεπουμπλικανούς. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε σημαντικό μέρος της αποτυχίας στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ στελέχη που διεκδικούν ρόλο στην επόμενη ημέρα επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν από τις επιλογές του προέδρου.
Για τον Τραμπ τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι μια περίοδος περιορισμένης εσωτερικής ισχύος, αλλά ενδεχομένως αυξημένης εξωτερικής δραστηριότητας.
Η μεγάλη αβεβαιότητα είναι εάν θα αναζητήσει διπλωματικές νίκες ή στρατιωτικές επιτυχίες. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί όχι μόνο η πορεία των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και η σταθερότητα των διεθνών ενεργειακών αγορών, της παγκόσμιας οικονομίας και των γεωπολιτικών ισορροπιών.

