© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η Ελλάδα διατηρεί ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, ένα επίμονο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών κρατά την οικονομία εξαρτημένη από τη χρηματοδότηση του εξωτερικού και παραμένει, σύμφωνα με τον S&P, το βασικό εμπόδιο για μια αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Μιλήσαμε με τον Σάμιουελ Τίλερεϊ, επικεφαλής αναλυτής του οίκου για την Ελλάδα, με αφορμή την αξιολόγηση της Παρασκευής 23 Οκτωβρίου, κατά την οποία ο S&P διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική βαθμίδα της χώρας στο BBB- και τις προοπτικές σταθερές.
Η ανάπτυξη και η δημοσιονομική επίδοση λειτουργούν υποστηρικτικά, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους, όπως εξήγησε. Στις προβολές του οίκου, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται κατά 2% το 2026, οριακά χαμηλότερα σε σχέση με το 2,1% του 2025, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,8% του ΑΕΠ έναντι στόχου της κυβέρνησης για 2,8%. Την ίδια ώρα, όμως, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να διευρυνθεί από 5,8% του ΑΕΠ το 2025 σε 7% το 2026, πριν αρχίσει σταδιακά να περιορίζεται.
Το εξωτερικό έλλειμμα και οι όροι για αναβάθμιση
«Η Ελλάδα έχει σήμερα ένα από τα υψηλότερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στην Ε.Ε.», επισημαίνει ο Τίλερεϊ και προσδιορίζει ευθύς αμέσως το κύριο αγκάθι για τη χώρα μας. Η εξέλιξη αυτή αφήνει τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, καθώς χρειάζεται να καλύπτει διαρκώς το κενό ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές της.
Για να περιοριστεί η ανισορροπία, ο S&P βλέπει περιθώρια σε τρεις κατευθύνσεις: μικρότερη εξάρτηση από εισαγωγές, ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών και βελτίωση της αποταμίευσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Ο αναλυτής σχολιάζει ότι οι ελληνικές εξαγωγές εξακολουθούν να συγκεντρώνονται σε τομείς χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας σε σύγκριση με άλλες χώρες.
«Περισσότερη πρόοδος στη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών θα ήταν καθοριστική», σημειώνει, περιγράφοντας ένα από τα βασικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν μία αναβάθμιση.
Η ανάπτυξη θα πρέπει να επιταχυνθεί για να κλείσει η ψαλίδα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωπαϊκή, αλλά η απόσταση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει μεγάλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Τίλερεϊ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αντιστοιχούσε το 2019 στο 47% του μέσου όρου της Ε.Ε. και, με βάση τις προβολές του S&P, αναμένεται να φτάσει στο 55% έως το 2029.
«Υπάρχει πρόοδος, αλλά ακόμη και στο 55% η Ελλάδα θα εξακολουθεί να απέχει αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», τονίζει. Ταχύτερη σύγκλιση θα απαιτούσε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, περαιτέρω βελτίωση στην αγορά εργασίας και ενίσχυση των εξαγωγών σε δραστηριότητες μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.
Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει υψηλό
Θετικά αξιολογεί ο S&P τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία συμβάλλουν στη μείωση του δημόσιου χρέους. Οι προβολές του οίκου δείχνουν ότι το χρέος υποχωρεί από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 135,4% το 2026 και περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.
«Περαιτέρω πρόοδος στη μείωση του χρέους από τα σημερινά υψηλά επίπεδα θα έβαζε την Ελλάδα σε καλύτερη θέση, ιδίως απέναντι σε μελλοντικούς κραδασμούς», λέει ο Τίλερεϊ. Ωστόσο, όπως προσθέτει, η δημοσιονομική εξυγίανση χρειάζεται να συμβαδίζει με επαρκή ανάπτυξη, ώστε να ενισχύονται ταυτόχρονα τα δημόσια οικονομικά και η πραγματική σύγκλιση.
Το ζητούμενο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Τα τελευταία χρόνια ένας βασικός παράγοντας στήριξης της ελληνικής οικονομίας ήταν το Ταμείο Ανάκαμψης. Τι θα γίνει λοιπόν όταν αυτό δεν υπάρχει πια; Η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σημαίνει ότι οι επενδύσεις που χρηματοδοτεί σταματούν απότομα. Ένα μέρος των έργων, ιδίως εκείνων με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, θα συνεχιστεί για ένα έως δύο χρόνια, εξηγεί ο αναλυτής.
Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι η διατήρηση του ρυθμού των επενδύσεων με περισσότερους εγχώριους πόρους. «Το βασικό ζητούμενο είναι να διατηρηθεί ο δημοσιονομικός χώρος που θα επιτρέπει τη συνέχιση της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων», λέει.
Παράλληλα, παραμένουν διαθέσιμα άλλα ευρωπαϊκά κονδύλια, ενώ η Ελλάδα αναμένεται να διεκδικήσει σημαντικό μερίδιο από τις αναδιανεμητικές χρηματοδοτήσεις του επόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ως μία από τις φτωχότερες χώρες.
Οι προκλήσεις
Αν και το πολιτικό ρίσκο είναι μεταξύ παραγόντων που πιέζουν τις αξιολογήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως είναι η Γαλλία, αυτό δεν ισχύει για την Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι το 2027 θα είναι έτος εκλογών, ο Τίλερεϊ βλέπει εξαιρετικά χαμηλό πολιτικό κίνδυνο, καθώς υπάρχει ευρεία διακομματική συναίνεση σε βασικά ζητήματα, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών.
Αν πρέπει να ξεχωρίσει ένα βασικό ρίσκο, αυτό σίγουρα είναι οι εξωτερικές ανισορροπίες. Όταν μια χώρα διατηρεί για μεγάλο διάστημα τόσο υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, εξαρτάται από τη χρηματοδότηση του εξωτερικού. «Η Ελλάδα είναι τρόπον τινά εκτεθειμένη στην “καλοσύνη των ξένων”», όπως χαρακτηριστικά λέει, καθώς χρειάζεται να εξασφαλίζει χρηματοδότηση για να καλύπτει τις εξωτερικές της ανάγκες.
Οι προκλήσεις βεβαίως δεν σταματούν εκεί. Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, οι πιέσεις συνδέονται με το δημογραφικό, τη χαμηλή γεννητικότητα και τη μετανάστευση Ελλήνων στο εξωτερικό. Ο Τίλερεϊ σημειώνει επίσης πως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τους κλιματικούς κινδύνους, οι οποίοι γίνονται συχνότεροι και έχουν, όπως λέει, ουσιαστικές επιπτώσεις τόσο στην ανάπτυξη όσο και στα δημόσια οικονομικά.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .

Το εξωτερικό έλλειμμα και οι όροι για αναβάθμιση
