Του Σταύρου Καφούνη, προέδρου της ΕΣΕΕ
Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ για τη φορολογική πολιτική στη χώρα μας επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, σε μία περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας και την επείγουσα ανάγκη μεγαλύτερου μερίσματος ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί ένα οριζόντιο μέτρο, όπως το τεκμαρτό εισόδημα, να ενταχθεί σε ένα σύγχρονο και αναπτυξιακό φορολογικό μοντέλο;
Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι πως ο τεκμαρτός τρόπος φορολόγησης βασίζεται σε μία οριζόντια λογική, η οποία δεν υπο-βοηθά την ανάπτυξη, καθώς δεν αποτυπώνει τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες των επιχειρήσεων.
Σήμερα, μετά τις πρώτες τρεις φορολογικές χρήσεις πλήρους εφαρμογής του μέτρου, έχουν πλέον αποτυπωθεί στην πράξη οι πραγματικές επιπτώσεις του.
Αντί να αξιολογεί την πραγματική φοροδοτική ικανότητα, προσεγγίζει το εισόδημα με βάση γενικευμένες και επισφαλείς παραδοχές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται στρεβλώσεις, ιδίως για τις μικρές και πολύ μικρές εμπορικές επιχειρήσεις.
ΣΕ ΑΥΤΟ το περιβάλλον, η Εθνική Παρέμβαση της ΕΣΕΕ για την εξαίρεση του εμπορίου από το τεκμαρτό προέκυψε ως αίτημα αποκατάστασης της φορολογικής δικαιοσύνης, μέσα από ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας των Εμπορικών Συλλόγων της χώρας.
Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποσκοπεί στην αποδυνάμωση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά ακριβώς στο αντίθετο: στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, ώστε να εντοπίζεται η πραγματική φοροδιαφυγή εκεί όπου πράγματι υπάρχει.
Ταυτόχρονα, αποσκοπεί στη διασφάλιση της βιωσιμότητας της μικρομεσαίας εμπορικής επιχειρηματικότητας, διότι χωρίς βιώσιμες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπάρξει ούτε φορολογητέα ύλη.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, δεν μπορεί να αγνοηθεί το καθεστώς συνεχούς πίεσης μέσα στην οποία λειτουργούν οι επιχειρήσεις.
Η αύξηση του λειτουργικού κόστους, η στασιμότητα των τζίρων σε σημαντικό μέρος της αγοράς και η αβεβαιότητα που προκαλούν οι διεθνείς εξελίξεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις.
Σε αυτές τις συνθήκες, η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί ως πρόσθετο βάρος, αλλά οφείλει να συμβάλλει στη σταθερότητα και την προοπτική της αγοράς.
Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ της ΕΣΕΕ, την οποία επιδώσαμε στην ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, είναι ένα άρτιο επιστημονικό – φοροτεχνικό κείμενο, που εκφράζει την ενιαία φωνή του σύγχρονου ελληνικού εμπορίου.
Επισημαίνει ότι το ισχύον πλαίσιο της τεκμαρτής φορολόγησης οδηγεί σε άνιση μεταχείριση μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικής νομικής μορφής.
Μία ατομική εμπορική επιχείρηση μπορεί να επιβαρύνεται φορολογικά ακόμη και σε περίοδο περιορισμένης κερδοφορίας, την ώρα που άλλες μορφές επιχειρήσεων αξιολογούνται αποκλειστικά βάσει των πραγματικών οικονομικών τους αποτελεσμάτων.
Παράλληλα, επιχειρήσεις με χαμηλά περιθώρια κέρδους ή έντονη εποχικότητα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως επιχειρήσεις με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και οικονομικές δυνατότητες.
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ προβληματική είναι και η σύνδεση του τεκμαρτού εισοδήματος με τον κατώτατο μισθό.
Η εξίσωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με μία μισθολογική παράμετρο αγνοεί ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας ή ο μικρός έμπορος αναλαμβάνει επιχειρηματικό ρίσκο, λειτουργικό κόστος, επενδυτική ευθύνη και μεταβλητότητα που δεν μπορούν να αποτυπωθούν μέσω ενός ενιαίου οριζόντιου δείκτη.
Η επιχειρηματικότητα δεν λειτουργεί με σταθερές αποδόσεις ούτε με εγγυημένο εισόδημα. Παράλληλα, το σύστημα επιβαρύνει επιπλέον τις παλαιότερες επιχειρήσεις μέσω προσαυξήσεων που συνδέονται με τα έτη λειτουργίας τους.
Έτσι, η πολυετής παρουσία στην αγορά, που κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί ένδειξη ανθεκτικότητας και συνέπειας, μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ όλων όμως είναι, πως το εμπόριο λειτουργεί σήμερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης διαφάνειας.
Η εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS, οι συνεχείς διασταυρώσεις και οι στοχευμένοι έλεγχοι συνθέτουν ένα πλαίσιο όπου η οικονομική δραστηριότητα παρακολουθείται σε πραγματικό χρόνο. Με άλλα λόγια, το εμπόριο λειτουργεί με «ανοιχτές πόρτες» ως προς τη φορολογική διοίκηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί ένα σύστημα που φορολογεί τεκμαρτά εισοδήματα να ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση ή, αντίθετα, δημιουργεί αντικίνητρα για την πλήρη αποτύπωση της οικονομικής δραστηριότητας;
Όταν, μάλιστα, ακόμη και η ίδια η πρόβλεψη δυνατότητας αμφισβήτησης του τεκμηρίου δημιουργεί σημαντικά πρακτικά ζητήματα.
Η διαδικασία είναι σύνθετη και γραφειοκρατική, γεγονός που αποτρέπει πολλές μικρές επιχειρήσεις από το να διεκδικήσουν την εξατομικευμένη εξέταση της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης.
Η ΕΣΕΕ έχει επισημάνει ότι το δημοσιονομικό αποτύπωμα από μία ενδεχόμενη εξαίρεση του εμπορίου παραμένει περιορισμένο σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των φορολογικών εσόδων, ενώ μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω στοχευμένων ελέγχων και αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των διαθέσιμων ψηφιακών εργαλείων της φορολογικής διοίκησης.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η χαλάρωση των ελέγχων, αλλά η μετάβαση από οριζόντια τεκμήρια σε πιο ακριβείς και στοχευμένες πρακτικές εποπτείας.
ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ να γίνει κατανοητό πως η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης δεν αποτελεί ένα κλαδικό αίτημα.
Ένα φορολογικό σύστημα οφείλει να στηρίζεται σε πραγματικά οικονομικά δεδομένα, να ενθαρρύνει τη συμμόρφωση και να διασφαλίζει ότι οι συνεπείς επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει παραβάτες.
Αυτό αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα της φορολογικής πολιτικής και για τη διαμόρφωση ενός υγιούς οικονομικού περιβάλλοντος, που καθιστά την ανάπτυξη βιώσιμη και ενισχύει την εμπιστοσύνη στις σχέσεις της φορολογικής διοίκησης με τις επιχειρήσεις.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

