Στο 3,75% διατήρησε όπως αναμενόταν το βασικό της επιτόκιο η Τράπεζα της Αγγλίας.
Ωστόσο η συνεδρίαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής ανέδειξε εντονότερες διαφωνίες για την πορεία της νομισματικής πολιτικής, καθώς τρία μέλη της τάχθηκαν υπέρ μιας νέας αύξησης των επιτοκίων, επικαλούμενα τις πληθωριστικές πιέσεις που ενισχύονται από την αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Η απόφαση ελήφθη με ψήφους 6-3. Η Κάθριν Μαν προσχώρησε στη Μέγκαν Γκριν και στον επικεφαλής οικονομολόγο Χιου Πιλ, υποστηρίζοντας αύξηση του επιτοκίου στο 4%, έναντι των εκτιμήσεων των αναλυτών που ανέμεναν μόνο δύο ψήφους υπέρ αυστηρότερης πολιτικής.
Παρά τις διαφορετικές απόψεις, ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, επέμεινε στη στρατηγική της αναμονής, τονίζοντας ότι η διατήρηση των επιτοκίων είναι η καταλληλότερη επιλογή σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας αλλά ηπιότερων εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων. Όπως ανέφερε, η Τράπεζα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει στον στόχο του 2% χωρίς να απαιτηθεί υπερβολική σύσφιξη της πολιτικής.
Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 3,2% αργότερα μέσα στο έτος, από 2,6% που ήταν τον Ιούνιο, και να παραμείνει πάνω από τον στόχο έως τις αρχές του 2028, πριν υποχωρήσει εκ νέου κάτω από το 2%. Παρότι η πρόβλεψη είναι ηπιότερη σε σχέση με εκείνη του Απριλίου, εξακολουθεί να βασίζεται στην υπόθεση ότι θα πραγματοποιηθούν νέες αυξήσεις επιτοκίων στα τέλη του 2026 και μέσα στο 2027, σε αντίθεση με την εκτίμηση των περισσότερων οικονομολόγων που θεωρούν ότι δεν θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιξη.
Η Κάθριν Μαν απέδωσε τη μεταβολή της στάσης της στην επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή και στην κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, εκτιμώντας ότι η διεύρυνση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων μέσω των ενεργειακών τιμών.
Από την άλλη πλευρά, τα μέλη που υποστήριξαν τη διατήρηση των επιτοκίων υπογράμμισαν ότι η αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, με τις αυξήσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα να κινούνται στον χαμηλότερο ρυθμό από το 2020, ενώ μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι υψηλότερες τιμές έχουν προκαλέσει έναν ευρύτερο κύκλο αυξήσεων μισθών και τιμών.


