Του Κώστα Ράπτη
Η διεθνής πολιτική δεν είναι τηλεπαιχνίδι. Το ανακαλύπτει αυτό με επώδυνο τρόπο ο πλανήτης, καθώς με ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία προσπαθεί να παρακολουθήσει τους αλλεπάλληλους ελιγμούς και τις ευφάνταστες, συνήθως αλληλοαναιρούμενες, δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, εν μέσω μιας πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την οποία ο ίδιος εξαπέλυσε, δρομολογώντας το δυνάμει μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ στα παγκόσμια χρονικά.
Μέχρι πρότινος ο ένοικος του Λευκού Οίκου εμφανιζόταν ως ένας πολιτικός με απόλυτο έλεγχο του “αφηγήματος”, ο οποίος υποχρέωνε τους πάντες να κινούνται διαρκώς γύρω από τη δική του ατζέντα, χωρίς ο ίδιος να υφίσταται το κόστος των επιλογών και των (συχνά αναληθών) ισχυρισμών του. Οι αλλοπρόσαλλες τακτικές του θεωρούνταν ως ενός είδους “σκάκι πέντε διαστάσεων”, το οποίο, με την καλλιέργεια της εντύπωσης ότι είναι απρόβλεπτος και ικανός για όλα (κατά τη madman theory), παρέλυε τους συνομιλητές, απολήγοντας πάντοτε στην εξασφάλιση ενός ωφέλιμου deal.
Για τους οπαδούς του, ούτε το fact checking των δηλώσεών του ούτε οι καταγγελίες σκανδάλων ήταν σε θέση να μειώσουν την απήχησή του, ενώ η “διατάραξη” που επέφερε ο Τραμπ έμοιαζε σαν μια προ πολλού αναγκαία επιστροφή στην ισορροπία. Δεν ήταν άραγε αληθές ότι οι πολιτικές της “παγκοσμιοποίησης”, της αποβιομηχάνισης, της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και της ανάληψης υπέρογκων βαρών αποδυνάμωναν την Αμερική, ενόσω ανταγωνιστές της σαν την Κίνα οικοδομούσαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Δεν ήταν ο Νεογιορκέζος μεγιστάνας ο “υποψήφιος της κοινής λογικής” όταν ζητούσε την απεμπλοκή από τις διηνεκείς στρατιωτικές εμπλοκές ανά τον κόσμο ή την εξισορρόπηση της εμπορικής θέσης της Αμερικής; Ως τέτοιον πάντως τον προτίμησαν για δεύτερη θητεία οι Αμερικανοί ψηφοφόροι το 2024 και μάλιστα με μια βάση υποστήριξης ευρύτερη από αυτήν του 2016.
Μόνο που εισέπραξαν το ακριβώς αντίθετο. Ο πόλεμος κατά του Ιράν (για τον οποίο ο μέσος Αμερικανός υποψιάζεται όλο και εντονότερα ότι υπηρετεί περισσότερο ισραηλινές και όχι αμιγώς αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες) δεν είναι απλώς μια “πολυτέλεια”, την οποία το αμερικανικό κοινό ουδέποτε ενστερνίσθηκε. Υπήρξε και ένα σημείο δοκιμασίας της ισχύος των ΗΠΑ, που κατέδειξε τα όρια της υπερδύναμης, ακόμη και στον στρατιωτικό τομέα όπου αυτή θεωρούνταν ασυναγώνιστη.
Η αποκλειστική επένδυση (δίχως Σχέδιο Β) στο υπεραισιόδοξο σενάριο της ταχείας κατάρρευσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας λόγω των “επιχειρήσεων αποκεφαλισμού” των πρώτων 24ώρων, η συνολική υποτίμηση του αντιπάλου λόγω αλαζονείας, η παρανάγνωση (λόγω εξάρτησης από πηγές “πληροφόρησης” σαν τους Ιρανούς μοναρχικούς της διασποράς) των αντανακλαστικών της ιρανικής κοινωνίας, η αδιαφορία για την οικοδόμηση ενός στέρεου σκεπτικού υπέρ της στρατιωτικής επιλογής, αλλά και των κατάλληλων συμμαχιών, οι επιχειρησιακές αβλεψίες που εξέθεσαν πολύτιμο εξοπλισμό και βάσεις στα ιρανικά αντίμετρα, ο αιφνιδιασμός από απολύτως προβλέψιμες και στην πραγματικότητα προαναγγελθείσες παρενέργειες, όπως το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, το εικονογραφούν αυτό χαρακτηριστικά.
Και κοντά σε αυτά έρχεται η καταρράκωση της εικόνας και του διπλωματικού κεφαλαίου των ΗΠΑ από την επιλογή να χρησιμοποιηθούν για τρίτη κατά σειρά φορά οι διαπραγματεύσεις (τις οποίες μεσολαβούσε επιτυχώς το Ομάν), ως παγίδα φονικού αιφνιδιασμού, οι φρικαλέες απειλές για την εξάλειψη του ιρανικού πολιτισμού, φθάνοντας στους μύδρους σε οποιονδήποτε τρίτο αδυνατεί να αντιληφθεί το “βάθος” της αμερικανικής στρατηγικής, από τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ μέχρι τον Πάπα.
Σύμπτωμα ευρύτερης παρακμής
Ο ανορθολογισμός κερδίζει έδαφος. Οι αποκαλυψιακές εμμονές του Χριστιανικού και Εβραϊκού Σιωνισμού (μαζί με την άσβεστη μνησικακία του αμερικανικού “βαθέος κράτους” για το ιρανικό τραύμα του 1979) γίνονται αποκλειστικός οδηγός χάραξης πολιτικής, ενώ κανένας παράγοντας της πολιτικής σκηνής και της κρατικής μηχανής δεν μοιάζει ικανός να χαλιναγωγήσει έναν πρόεδρο με ιδεασμό μεγαλείου, ο οποίος παραβάλλει εαυτόν με τον Ιησού. Από αυτή την άποψη, ο Τραμπ αποτελεί απλώς σύμπτωμα ευρύτερης παρακμής.
Ο ένοικος του Λευκού Οίκου, βέβαια, εξακολουθεί να ζει στον τηλεοπτικό κόσμο στον οποίο σταδιοδρόμησε, υποστηρίζοντας ότι “για εμάς, ό,τι και αν συμβεί, είμαστε οι νικητές”. Σαν να μην είχε κανένα βάρος η εξωτερική προς την αυτοεικόνα του αντικειμενική πραγματικότητα – αυτή ακριβώς που έχει απεργασθεί τα τελευταία χρόνια έναν ιδιόμορφο “εκδημοκρατισμό” της τέχνης του πολέμου, από την άποψη της εξοπλιστικής τεχνολογίας, των πληροφοριών ή και της προπαγάνδας, δίνοντας ευκαιρίες και δυνατότητες στις υποδεέστερες (και, ας σημειωθεί, περισσότερο κινητοποιημένες ως προς το ηθικό) δυνάμεις.
Πρόκειται άλλωστε για την ίδια πραγματικότητα, η οποία σε μια σειρά κρίσεων (από την πανδημία μέχρι το δασμολογικό “μπρα ντε φερ” με την Κίνα) απέδειξε τη βαθιά αλληλεξάρτηση των διεθνών παικτών μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων, σχετικοποιώντας την αμερικανική ισχύ. Ακριβώς όπως θα είχε προβλέψει ίσως ο υποψήφιος Ντόναλντ Τραμπ…
Η διάγνωση ισχύει, η υλοποίηση πάσχει
Όπως σημειώναμε και παλαιότερα στο “Κ”, το ερώτημα τι στον Τραμπ είναι τακτική πανουργία και τι απλή ασυναρτησία, τι είναι (κυνική) ορθολογικότητα και τι καθαρός ανορθολογισμός τίθεται επικτακτικά για όλο τον πλανήτη. Ο πόλεμος με το Ιράν, αποτέλεσε σημείο καμπής όχι μόνο για τη δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ (που δείχνει να βυθίζεται στην αποτυχία πριν καν το κρίσιμο “ραντεβού” των ενδιάμεσων εκλογών), αλλά συνολικά για την αμερικανική ισχύ, ικανή μεν να διασπείρει το χάος, αλλά όχι να εκπληρώσει τους διακηρυγμένους στόχους της ή να εγγυηθεί μια νέα τάξη.
Η διάγνωση Τραμπ περί παγκοσμιοποίησης υπήρξε εν μέρει έγκυρη. Ο προστατευτισμός, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, θα ήταν μια ορθολογική επιλογή. Το ίδιο θα ίσχυε και για μια απόπειρα ανάσχεσης των ανταγωνιστών, λ.χ. με στενότερο έλεγχο των διεθνών εμπορικών και ενεργειακών κόμβων ή με μια προσπάθεια να προσελκυσθεί η Ρωσία μακριά από την Κίνα. Αυτό που δεν είναι όμως διόλου ορθολογικό είναι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε να υλοποιηθεί το σενάριο. Όπως επεσήμανε και ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Εμανουέλ Τοντ, ο προστατευτισμός δεν έχει νόημα δίχως πραγματική δυνατότητα αναζωογόνησης της παραγωγικής βάσης και άρα καταρτισμένο εργατικό δυναμικό – όμως η εποχή Τραμπ συμβαδίζει με αύξηση του αναλφαβητισμού των νέων, εκδίωξη ξένων ταλέντων, πόλεμο στα πανεπιστήμια και τις ενοχλητικές επιστημονικές απόψεις (π.χ. περί κλίματος) κ.ο.κ. Ό,τι απομένει είναι απλώς μια διάθεση αρπαγής, με ιδιαίτερη έμφαση στους υδρογονάνθρακες (την ίδια ώρα που η Κίνα απεξαρτάται με άλματα από αυτούς) και ένας μιλιταρισμός που δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να ενδυθεί ευγενή προσχήματα. Ο παραπλανητικώς αποκληθείς “απομονωτισμός” του Τραμπ δεν είναι παρά ένας υπερδραστήριος “εξαιρετισμός” (exceptionalism), που δεν αναγνωρίζει κανόνες για τον εαυτό του.

