Οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αντιπροσώπευαν το μεγαλύτερο μερίδιο του επιχειρηματικού πληθυσμού στην επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ, σύμφωνα με ανάλυση της Eurostat για το 2024.
Συγκεκριμένα, περίπου το ένα έκτο (17,0 %· 5,8 εκατομμύρια) από τα 34 εκατομμύρια επιχειρήσεις της επιχειρηματικής οικονομίας της ΕΕ κατατάχθηκαν στον τομέα του εμπορίου (εμπόριο αυτοκινήτων, χονδρικό και λιανικό εμπόριο), ενώ λιγότερες από 1 στις 6 (15,8 %· 5,4 εκατομμύρια) δραστηριοποιούνταν σε επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες – βλ. Σχήμα 1. Πολλές επιχειρηματικές υπηρεσίες έχουν επωφεληθεί από την εξωτερική ανάθεση, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει, εν μέρει, τη διαρθρωτική στροφή προς τις υπηρεσίες. Οι δραστηριότητες στον τομέα της ανθρώπινης υγείας και της κοινωνικής εργασίας κατατάσσονται τρίτες μεταξύ των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών, αντιπροσωπεύοντας το 7,5 % της επιχειρηματικής οικονομίας της ΕΕ, με 2,5 εκατομμύρια επιχειρήσεις.
Σ

Σχήμα 1
Στο ακόλουθο σχήμα φαίνεται και ο αριθμός των επιχειρήσεων στην Ελλάδα όπου οι δύο πρώτοι κλάδοι είναι το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, και έπονται ο κλάδος καταλυμάων και εστίασης και ο κλάδος κατασκευών.

Το εργατικό δυναμικό του επιχειρηματικού τομέα (απασχολούμενοι) ξεπέρασε τα 164,5 εκατομμύρια το 2024 στην ΕΕ και παρήγαγε συνολική προστιθέμενη αξία ύψους 10 925 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Πρωτιά μεταποιητικού τομέα στην προστιθέμενη αξία
Μεταξύ των τομέων της NACE Rev. 2 (στατιστική ταξινόμηση οικονομικών δραστηριοτήτων που χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση στον επιχειρηματικό τομέα), ο «Μεταποιητικός τομέας» ήταν ο μεγαλύτερος από την άποψη της προστιθέμενης αξίας: περίπου 2,2 εκατομμύρια μεταποιητικές επιχειρήσεις στην ΕΕ παρήγαγαν περίπου 2.510 δισεκατομμύρια ευρώ προστιθέμενης αξίας το 2024, ενώ παρείχαν απασχόληση σε σχεδόν 30 εκατομμύρια άτομα. Οι επιχειρήσεις του τομέα του εμπορίου διανομής κατείχαν το μεγαλύτερο μερίδιο στην απασχόληση: οι επιχειρήσεις αυτές απασχολούσαν πάνω από 30 εκατομμύρια άτομα και παρήγαγαν το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο σε όρους προστιθέμενης αξίας, με 1.598 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες κατείχαν την τρίτη θέση ως προς την προστιθέμενη αξία (1.043 δισεκατομμύρια ευρώ), αλλά μόνο τη δέκατη θέση ως προς το εργατικό δυναμικό (5,0 εκατομμύρια άτομα). Οι «επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες» κατείχαν την τέταρτη θέση ως προς την προστιθέμενη αξία (830,1 δισεκατομμύρια ευρώ) και μόνο την έκτη θέση ως προς το εργατικό δυναμικό (12,7 εκατομμύρια άτομα).
Η βιομηχανική δραστηριότητα του «μεταποιητικού τομέα» συνέβαλε περισσότερο, από άποψη προστιθέμενης αξίας παρά από άποψη απασχόλησης, στη συνολική επιχειρηματική οικονομία, υποδηλώνοντας μια φαινομενική παραγωγικότητα εργασίας άνω του μέσου όρου. Το ίδιο ίσχυε και για όλες τις βιομηχανικές δραστηριότητες, συγκεκριμένα για τους τομείς «Παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού», «Εξόρυξη και λατομεία» και «Παροχή νερού· αποχέτευση, διαχείριση αποβλήτων και δραστηριότητες αποκατάστασης». Στον τομέα των υπηρεσιών, οι «Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες», καθώς και οι «Κτηματομεσιτικές δραστηριότητες» και οι «Υπηρεσίες πληροφοριών και επικοινωνιών» κατέγραψαν φαινομενική παραγωγικότητα εργασίας άνω του μέσου όρου.
Αντίθετα, ο «τομέας των κατασκευών» και ορισμένες υπηρεσίες – ιδίως οι «Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών», καθώς και οι «Υπηρεσίες διαμονής και εστίασης» και η «Επισκευή υπολογιστών και προσωπικών και οικιακών ειδών» – παρουσίασαν σχετικά χαμηλά επίπεδα φαινομενικής παραγωγικότητας εργασίας. Το «Λιανικό εμπόριο» παρουσιάζει επίσης χαμηλότερο μερίδιο στην προστιθέμενη αξία σε σχέση με την απασχόληση· ωστόσο, αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή συνεισφοράς μετά τη «Μεταποίηση» όσον αφορά την προστιθέμενη αξία. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία για την απασχόληση που παρουσιάζονται αφορούν τον αριθμό των εργαζομένων και όχι, για παράδειγμα, τα ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, και ότι ενδέχεται να υπάρχει σημαντικό ποσοστό ατόμων που εργάζονται με μερική απασχόληση σε ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, γεγονός που μπορεί να εξηγεί, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, τα σχετικά χαμηλά επίπεδα φαινομενικής παραγωγικότητας της εργασίας.
Μερική απασχόληση
Τα διαφορετικά ποσοστά μερικής απασχόλησης συμβάλλουν επίσης, εν μέρει, στην εξήγηση των σημαντικών διαφορών στο μέσο κόστος προσωπικού στον επιχειρηματικό τομέα της ΕΕ.
Το μέσο κόστος προσωπικού στην ΕΕ ήταν υψηλότερο στον τομέα «Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες», όπου ανήλθε σε 82.730 ευρώ ανά εργαζόμενο το 2024, ενώ ήταν ελαφρώς χαμηλότερο στους τομείς «Παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού» (76.920 ευρώ ανά εργαζόμενο) και «Πληροφορίες και επικοινωνίες» (68.330 ευρώ ανά εργαζόμενο).
Το μέσο κόστος προσωπικού για τον τομέα «Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες» ήταν σχεδόν 4 φορές υψηλότερο από αυτό που καταγράφηκε για τον τομέα «Υπηρεσίες διαμονής και εστίασης» (22.890 ευρώ ανά εργαζόμενο), περίπου 3 φορές υψηλότερο από αυτό που καταγράφηκε για τον τομέα «Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών» (24.020 ευρώ ανά εργαζόμενο), για τον τομέα «Εκπαίδευση» (32.410 ευρώ ανά εργαζόμενο) και για τον τομέα «Δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών» (32.590 ευρώ ανά εργαζόμενο), καθώς και υπερδιπλάσιο από αυτό που καταγράφηκε για τον τομέα «Επισκευή υπολογιστών και προσωπικών και οικιακών ειδών» (33.730 ευρώ ανά εργαζόμενο), τον τομέα «Τέχνες, ψυχαγωγία και αναψυχή» (35 310 ευρώ ανά εργαζόμενο) και τον τομέα «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο· επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» (38 240 ευρώ ανά εργαζόμενο).
Η διακύμανση στο μέσο κόστος προσωπικού ήταν ακόμη πιο έντονη μεταξύ των χωρών της ΕΕ: για παράδειγμα, στον τομέα «Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες», το μέσο κόστος προσωπικού (μεταξύ των χωρών της ΕΕ για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) παρουσίαζε διακύμανση μεγαλύτερη από 10 φορές, από ένα μέγιστο των 142 550 ευρώ ανά εργαζόμενο στο Λουξεμβούργο έως ένα ελάχιστο των 22.720 ευρώ ανά εργαζόμενο στη Βουλγαρία· στον τομέα της «Μεταποίησης», το μέσο κόστος προσωπικού παρουσίαζε διακύμανση κατά έναν συντελεστή 7, από ένα υψηλό επίπεδο 84.160 ευρώ ανά εργαζόμενο στη Δανία και 81.730 ευρώ ανά εργαζόμενο στο Βέλγιο έως ένα χαμηλό επίπεδο 15 100 ευρώ ανά εργαζόμενο στη Βουλγαρία.


