Από τις αποδείξεις που εξαφανίζονται ηλεκτρονικά μέχρι τις εικονικές ακυρώσεις και τα «κεράσματα» που στην πραγματικότητα πληρώθηκαν, τα κυκλώματα φοροδιαφυγής αξιοποιούν εξελιγμένες μεθόδους για να αποκρύπτουν εισπράξεις.
Η υπόθεση της Pizza Fan επαναφέρει στο προσκήνιο τέσσερα χαρακτηριστικά κόλπα φοροδιαφυγής με παρεμβάσεις στην αποτύπωση των φορολογικών δεδομένων μιας επιχείρησης, αλλά και τις πιο δύσκολα εντοπιζόμενες περιπτώσεις στις οποίες μια επιχείρηση μπορεί να διαβιβάζει κανονικά στοιχεία στην ΑΑΔΕ και παρ’ όλα αυτά να αποκρύπτει μέρος του πραγματικού της τζίρου.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο οι επιχειρήσεις που δεν εκδίδουν αποδείξεις. Είναι και εκείνες που εμφανίζονται να λειτουργούν κανονικά, καταγράφοντας παραγγελίες, εισπράττοντας χρήματα και εκτυπώνοντας παραστατικά, ενώ πίσω από το ταμειακό τους σύστημα μπορεί να λειτουργεί ένας δεύτερος, παράνομος μηχανισμός.
Σκοπός είναι να δημιουργούνται δύο διαφορετικές εικόνες: μία που αποτυπώνει τις πραγματικές εισπράξεις και μία, μικρότερη, που καταλήγει στα φορολογικά δεδομένα της επιχείρησης. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτεται τζίρος, μειώνεται ο ΦΠΑ που αποδίδεται στο Δημόσιο και περιορίζεται τεχνητά και ο φόρος εισοδήματος. Τα συνηθέστερα τεχνάσματα απόκρυψης των πραγματικών συναλλαγών τα οποία έχουν διαπιστωθεί από τους ελέγχους και τις έρευνες των φορολογικών αρχών και των λοιπών υπηρεσιών του κρατικού ελεγκτικού μηχανισμού είναι τα εξής:
1.Το λογισμικό που «σβήνει» τις πωλήσεις
Πρόκειται για μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές ηλεκτρονικής φοροδιαφυγής. Η επιχείρηση πραγματοποιεί κανονικά τις συναλλαγές της, αλλά ένα παράνομο πρόγραμμα παρεμβαίνει στα ηλεκτρονικά δεδομένα και αποκρύπτει μέρος των πωλήσεων. Έτσι, ενώ για παράδειγμα ένα κατάστημα έχει εισπράξει 5.000 ευρώ μέσα στην ημέρα, τα στοιχεία που εμφανίζονται για φορολογικούς σκοπούς μπορεί να αντιστοιχούν σε πολύ μικρότερο ποσό. Σε υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την ΑΑΔΕ έχουν περιγραφεί παρεμβάσεις σε φορολογικούς μηχανισμούς ή συνδεδεμένα πληροφοριακά συστήματα, με στόχο την απόκρυψη συναλλαγών και ημερήσιων εισπράξεων.
2.Οι εικονικές ακυρώσεις, εκπτώσεις και δωρεάν παραγγελίες
Εδώ η απάτη δεν βασίζεται απαραίτητα στην εξαφάνιση μιας συναλλαγής. Βασίζεται στην αλλαγή του χαρακτήρα της. Μια παραγγελία που πληρώθηκε κανονικά μπορεί να εμφανίζεται ως ακυρωμένη, ως δωρεάν παροχή ή ως πώληση με μεγάλη έκπτωση. Αν, για παράδειγμα, ένας πελάτης πληρώσει 40 ευρώ, αλλά το σύστημα εμφανίσει ότι η παραγγελία ακυρώθηκε ή προσφέρθηκε δωρεάν, η πραγματική είσπραξη δεν αποτυπώνεται ως κανονικός τζίρος. Αυτός είναι και ο βασικός μηχανισμός που φέρεται να εξετάζεται στην υπόθεση της Pizza Fan, όπου -σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες της έρευνας- πληρωμένες παραγγελίες εμφανίζονταν ως «κεράσματα». Οι νόμιμες ακυρώσεις, εκπτώσεις και δωρεάν παροχές δεν αποτελούν, βεβαίως, παραβάσεις. Η φοροδιαφυγή προκύπτει όταν χρησιμοποιούνται εικονικά για να αποκρυφθούν πραγματικές εισπράξεις.
3.Οι «μαϊμού» ταμειακές και οι αποδείξεις που δεν είναι αποδείξεις
Σε αυτή την περίπτωση, ο πελάτης παίρνει ένα χαρτί που μοιάζει με νόμιμη απόδειξη, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί μέσω του προβλεπόμενου φορολογικού μηχανισμού ή της νόμιμης υπηρεσίας έκδοσης. Μπορεί να πρόκειται για εκτύπωση από υπολογιστή ή άλλο σύστημα, η οποία εξωτερικά θυμίζει απόδειξη λιανικής. Ο καταναλωτής θεωρεί ότι η συναλλαγή καταγράφηκε, αλλά τα χρήματα ενδέχεται να μην εμφανιστούν ποτέ στα φορολογητέα έσοδα της επιχείρησης. Η συγκεκριμένη μέθοδος έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις φορολογικές αρχές, ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό συναλλαγών λιανικής.
Η τέταρτη μέθοδος αξιοποιεί τη διαφορά ανάμεσα στην εμπορική παραγγελιοληψία και τη φορολογική καταγραφή. Σε ένα εστιατόριο, για παράδειγμα, το σύστημα μπορεί να καταχωρίσει κανονικά τα φαγητά που παρήγγειλε ο πελάτης, ώστε να ενημερωθεί η κουζίνα και να γίνει η εξυπηρέτηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκδόθηκε και η νόμιμη απόδειξη λιανικής. Σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η διαδικασία σταματά στο δελτίο παραγγελίας. Ο πελάτης πληρώνει, αλλά η πώληση δεν καταχωρίζεται όπως απαιτείται στα φορολογικά στοιχεία.
Παραποιημένα στοιχεία
Σε ορισμένες από τις παραπάνω μεθόδους μπορεί να γίνεται κανονική διαβίβαση δεδομένων στην ΑΑΔΕ, αλλά με παραποιημένα στοιχεία. Συγκεκριμένα, η πραγματική πώληση αποκρύπτεται πριν από τη φορολογική καταγραφή της. Αν, για παράδειγμα, ένα κατάστημα εισπράξει 100 ευρώ, αλλά το παράνομο λογισμικό εμφανίσει ως πραγματική πώληση μόνο τα 60 ευρώ, είναι δυνατόν στο νόμιμο κανάλι διαβίβασης να αποσταλούν στοιχεία για τα 60 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, η ΑΑΔΕ μπορεί να έχει παραλάβει κανονικά τα ηλεκτρονικά δεδομένα που της στάλθηκαν. Το πρόβλημα είναι ότι τα δεδομένα αυτά δεν απεικονίζουν ολόκληρη την πραγματική συναλλαγή.
Η ηλεκτρονική διαβίβαση, επομένως, δεν εγγυάται από μόνη της ότι το αρχικό ποσό ήταν αληθινό. Σε άλλες περιπτώσεις, βέβαια, η συναλλαγή δεν διαβιβάζεται καθόλου. Μπορεί δηλαδή η επιχείρηση να έχει καταγράψει μια παραγγελία στο εμπορικό της σύστημα, αλλά να μην εκδώσει νόμιμο φορολογικό παραστατικό. Εφόσον δεν δημιουργηθεί η προβλεπόμενη φορολογική εγγραφή, η συναλλαγή μπορεί να απουσιάζει και από τα δεδομένα που λαμβάνει η ΑΑΔΕ.
Τα πρόστιμα για τις «πειραγμένες» μηχανές
Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις για την παραβίαση ή παραποίηση φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών και συστημάτων ηλεκτρονικής έκδοσης παραστατικών, με το πρόστιμο να ανέρχεται στο 15% του τζίρου των τριών τελευταίων φορολογικών ετών, μη συμπεριλαμβανομένου εκείνου για το οποίο δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Για τις επιχειρήσεις που κατασκευάζουν ή διαθέτουν λογισμικό παραποίησης, καθώς και για πρόσωπα που παρέχουν σχετική τεχνική υποστήριξη, προβλέπεται πρόστιμο 100.000 ευρώ. Παράλληλα, ανάλογα με τη διαπιστωμένη παράβαση, μπορεί να επιβληθούν πρόσθετοι φόροι και κυρώσεις, όπως και η ποινή της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .


