Τουλάχιστον 18 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 33 τραυματίστηκαν σε ισραηλινά πλήγματα στη διάρκεια της νύκτας της Πέμπτης προς Παρασκευή στον νότιο Λίβανο, σύμφωνα με προσωρινό απολογισμό του υπουργείου Υγείας, παρά την υπογραφή ενός πρωτοκόλλου συμφωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, το οποίο προβλέπει την παύση των εχθροπραξιών και στον Λίβανο.
Από την πλευρά του το Ισραήλ ανακοίνωσε τον θάνατο τεσσάρων στρατιωτών του στον Λίβανο, ανάμεσά τους ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός.
Ειδικότερα, ο στρατός του Ισραήλ ανακοίνωσε ότι “ο αντισυνταγματάρχης Ντορ Γκεντάλια Μπεν Σιμόν έπεσε στη μάχη” στον νότιο Λίβανο μαζί με “τρεις άλλους στρατιώτες” των οποίων τα ονόματα θα δημοσιευτούν αργότερα.
“Όλος ο Λίβανος πρέπει να καεί”, αντέδρασε άμεσα ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, προσωπικότητα της ακροδεξιάς και πολιτικός σύμμαχος του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.
“Με όλον τον σεβασμό προς τους Αμερικάνους, το Ισραήλ πρέπει να δηλώσει ξεκάθαρα σε όλο τον κόσμο ότι το αίμα των γιων μας και η ασφάλεια των πολιτών μας δεν ξεπουλιούνται. Όλος ο Λίβανος πρέπει να καεί”, υπογράμμισε σε ανακοίνωσή του.
Το Ισραήλ διευκρίνισε ότι διεξάγει νέα πλήγματα εναντίον στόχων της Χεζμπολάχ, αφού η σιιτική οργάνωση δήλωσε ότι κατέστρεψε με κατευθυνόμενους πυραύλους τρία ισραηλινά άρματα μάχης Merkava στη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ μαχητών της και μιας μονάδας του ισραηλινού στρατού στον νότιο Λίβανο.
Σε ανακοίνωσή της σήμερα τα ξημερώματα η φιλοϊρανική οργάνωση επεσήμανε επίσης ότι μαχητές της στοχοθέτησαν τις ισραηλινές δυνάμεις κοντά στους λόφους του Άλι Τάχερ, πάνω από τη Ναμπάτιε, με “ρουκέτες και πυρά του πυροβολικού”.
Σύμφωνα με τη Χεζμπολάχ, οι συγκρούσεις συνεχίζονται.
Η κλιμάκωση σημειώνεται μία ημέρα αφού το Ισραήλ έδωσε στη δημοσιότητα χάρτη που δείχνει μια ευρύτερη ζώνη ελέγχου στον νότιο Λίβανο και πρόσθεσε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να εξαπολύσει πλήγματα και πέραν αυτής.
Παράλληλα χθες ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος δήλωσε ότι το Ισραήλ διεξάγει “επίμονες διαπραγματεύσεις” με τις ΗΠΑ με στόχο τη διατήρηση των στρατευμάτων του σε μια περιοχή σε βάθος έως και 10 χιλιόμετρα εντός του νότιου Λιβάνου.


