«Καπέλο» 100% στον ΕΝΦΙΑ καλούνται να πληρώσουν από τον επόμενο μήνα, σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, Τράπεζες και Servicers που κράτησαν πέρυσι κλειστά τα ακίνητα που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα, με βάση τα τελευταία στοιχεία, οι Τράπεζες έχουν στην κατοχή τους περίπου 8.300 ακίνητα, ενώ από την πλευρά τους οι Servicers άλλα 11.000 ακίνητα, τα οποία έχουν περιέλθει στην κυριότητά τους μέσω πλειστηριασμών και με στόχο να διατεθούν προς πώληση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προηγουμένως θα έχουν τακτοποιηθεί οι τυχόν πολεοδομικές εκκρεμότητες που υπάρχουν.
Η πληθώρα λοιπόν των ακινήτων που μένουν αχρησιμοποίητα σε συνδυασμό με την κρίση στην αγορά των ακινήτων, οδήγησε το οικονομικό επιτελείο στην απόφαση να επιβάλλει τον αυξημένο ΕΝΦΙΑ τα έσοδα από τον οποίο θα διατεθούν σε κοινωνικές δράσεις για την ενίσχυση της στεγαστικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο δε αυτό, με απόφαση (υπ’ αρίθμ. Α1051/27.2.2026) του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίστηκε και η διαδικασία που αφορά την επιβολή προσαύξησης στον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για δικαιώματα επί κατοικιών, διαμερισμάτων και μονοκατοικιών, που ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα, αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων, καθώς και σε συνδεδεμένα με αυτά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες.
Επισημαίνεται ότι η ρύθμιση που φέρνει τον διπλάσιο ΕΝΦΙΑ, ψηφίστηκε στο τέλος του 2024 και θα παραμείνει σε ισχύ έως και το 2028, ενώ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών που στοχεύουν στην αναθέρμανση της αγοράς κατοικίας, η οποία τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει έντονη ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.
Είναι άλλωστε γνωστό ότι παρά το γεγονός ότι οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται με σταθερό ρυθμό, χιλιάδες κατοικίες κυρίως διαμερίσματα και μονοκατοικίες παραμένουν αδιάθετες, είτε λόγω γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, είτε λόγω στρατηγικής αναμονής των τραπεζών και των servicers για καλύτερες συνθήκες πώλησης.
Επί της ουσίας, η διάταξη προβλέπει διπλασιασμό του βασικού ΕΝΦΙΑ για κάθε κατοικία ή μονοκατοικία που παραμένει αδρανής και ανήκει σε οργανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το μέτρο δεν αφορά φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις άλλης φύσεως, αλλά στοχεύει αποκλειστικά τις τράπεζες, τα funds και τους servicers, που συγκεντρώνουν μεγάλο όγκο ακινήτων μέσω διαδικασιών ρευστοποίησης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η ΑΑΔΕ έχει ήδη συγκεντρώσει στοιχεία από τις δηλώσεις Ε9 και από τα μητρώα των Τραπεζών, προκειμένου να εντοπίσει ποια ακίνητα παρέμειναν κλειστά έως την 31η Δεκεμβρίου 2025, ημερομηνία «κλειδΪ» για τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ του 2026.
Σε κάθε περίπτωση για να αποφευχθεί η επιβολή της προσαύξησης κατά 100%, το ακίνητο θα πρέπει να έχει ενοικιαστεί ή χρησιμοποιηθεί για τουλάχιστον έξι μήνες μέσα στο προηγούμενο έτος επιβολής του ΕΝΦΙΑ.
Επιβολή προσαύξησης
Για την επιβολή της προσαύξησης χορηγούνται στην ΑΑΔΕ, κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Διοικητή τα στοιχεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των αγοραστών και των διαχειριστών πιστώσεων, από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα στοιχεία των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, ημεδαπών ή αλλοδαπών με ΑΦΜ στην Ελλάδα, αντλούνται από τις υποβληθείσες καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (κωδικός 037 του εντύπου Ε3) του προηγούμενου φορολογικού έτους, για το οποίο έχει λήξει κατά τον χρόνο επιβολής του ΕΝΦΙΑ η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, καθώς και από τα τυχόν λοιπά δεδομένα που τηρούνται στα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ.
Ταυτόχρονα τα στοιχεία των μισθωμένων ακινήτων αντλούνται από τις δηλώσεις πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης που έχουν υποβληθεί στην ΑΑΔΕ και ειδικά για το έτος 2026, τα στοιχεία των μισθωμένων ακινήτων για τουλάχιστον έξι (6) μήνες εντός του 2025, δύνανται να διαβιβάζονται, έως και τις 2 Μαρτίου 2026, από τους υπόχρεους στη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της ΑΑΔΕ σε ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο αρχείο με υποχρεωτική αναγραφή του ΑΦΜ, του ΑΤΑΚ και προαιρετικά του Αριθμού Καταχώρισης Μισθωτηρίου.
Στις περιπτώσεις που περιέλθουν στην ΑΑΔΕ στοιχεία σχετικά με υποκείμενους στην προσαύξηση του φόρου, τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της κατά τη διενέργεια της πρώτης κεντρικής εκκαθάρισης του ΕΝΦΙΑ, διενεργείται νέα κεντρική εκκαθάριση και εκδίδεται νέα πράξη προσδιορισμού φόρου, που κοινοποιείται στον υπόχρεο.
Εσφαλμένη προσαύξηση
Στις περιπτώσεις που επιβληθεί προσαύξηση του φόρου σε δικαίωμα επί ακινήτου για το οποίο δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο υποκείμενος στον φόρο δύναται να υποβάλει αίτηση-δήλωση για τη διενέργεια επανεκκαθάρισης του ΕΝΦΙΑ, σύμφωνα με το έντυπο «Δ500 Αίτηση – Δήλωση για τη χορήγηση απαλλαγής, έκπτωσης ή για την επανεκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ».
Η αίτηση- δήλωση υποβάλλεται στη ΔΟΥ ή στο ΚΕΦΟΚ που έχει συνθέσει τη δήλωση ΕΝΦΙΑ και εκδώσει την πράξη προσδιορισμού φόρου του οικείου έτους.
Στην αίτηση – δήλωση επισυνάπτονται τα δικαιολογητικά από τα οποία αποδεικνύεται ότι το δικαίωμα επί ακινήτου δεν υπόκειται σε προσαύξηση του φόρου. Ενδεικτικά, προσκομίζεται:
α) Απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, από την οποία προκύπτει ότι το ακίνητο ήταν μισθωμένο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών εντός του έτους που προηγείται του έτους επιβολής του ΕΝΦΙΑ
β) λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιβολή προσαύξησης.
Εάν η αίτηση γίνει αποδεκτή εκδίδεται νέα δήλωση- πράξη προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ, η οποία κοινοποιείται στον υπόχρεο, ενώ σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, εκδίδεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας πράξη απόρριψης στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης και κοινοποιείται στον υπόχρεο.


