Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει η χρηματοοικονομική ενοποίηση στην Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια, οι αγορές μετοχών παραμένουν κατακερματισμένες, με τις διασυνοριακές επενδύσεις να κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, σύμφωνα με νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκουν την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς, ξεκινώντας από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, με στόχο να κατευθυνθούν περισσότερες αποταμιεύσεις προς επενδύσεις και να ενισχυθεί η οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης.
Στην έκθεσή της, που δημοσιεύεται ανά διετία, η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι δείκτες χρηματοοικονομικής διασύνδεσης — όπως ο διασυνοριακός δανεισμός, οι τοποθετήσεις σε ομόλογα και τα spreads των αγορών — έχουν κινηθεί πάνω από τους μακροπρόθεσμους μέσους όρους από το 2022 και μετά, υποστηριζόμενοι από το θετικό επενδυτικό κλίμα.
Η πρόοδος αυτή καταγράφεται κυρίως χάρη στη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών και στην πρόοδο που σημειώθηκε στις αγορές ομολόγων, στις τράπεζες και σε ορισμένα τμήματα των κεφαλαιαγορών. Ωστόσο, η εικόνα στις μετοχές παραμένει προβληματική.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι δείκτες χρηματοοικονομικής ολοκλήρωσης, τόσο σε επίπεδο τιμών όσο και σε επίπεδο συναλλαγών και τοποθετήσεων, κινούνται πλέον πάνω από τους ιστορικούς μέσους όρους τους. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη μείωση των κινδύνων αναδιάρθρωσης ή εξόδου χωρών από το ευρώ, αλλά και σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Next Generation EU.
Η διασυνοριακή δραστηριότητα έχει μεν αυξηθεί σε αρκετές αγορές, ενισχύοντας τη διαμοίραση κινδύνου και καθιστώντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης πιο ανθεκτικό απέναντι σε οικονομικά σοκ. Η μεγαλύτερη πρόοδος καταγράφεται στις αγορές χρέους και στον διατραπεζικό δανεισμό. Οι διασυνοριακές τοποθετήσεις σε ομόλογα — συμπεριλαμβανομένων των κρατικών τίτλων — έχουν αυξηθεί, στηριζόμενες στη βελτίωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών των χωρών της Ευρωζώνης αλλά και στην ομαλοποίηση του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος.
Ταυτόχρονα όμως, η ενοποίηση των αγορών μετοχών έχει επιδεινωθεί την ίδια περίοδο (δηλαδή από το 2022 και μετά), καθώς οι διασυνοριακές επενδύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δηλαδή οι άμεσες ξένες επενδύσεις) έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Η έκθεση επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν «διαρθρωτικά εμπόδια» που περιορίζουν τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών να στηρίξουν την καινοτομία και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Μεταξύ των βασικών προβλημάτων που αποτρέπουν τις επενδύσεις μεταξύ κρατών-μελών περιλαμβάνονται:
- ο κατακερματισμός της εποπτείας,
- οι διαφορετικές φορολογικές πολιτικές και
- οι αποκλίσεις στις υποδομές των αγορών.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι δείκτες διαμοιρασμού κινδύνου στην κατανάλωση δείχνουν ότι η Ευρωζώνη έχει γίνει πιο ανθεκτική απέναντι στις οικονομικές αναταράξεις, διευκολύνοντας την προσαρμογή μεταξύ των χωρών-μελών.
Ωστόσο, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να υπολείπεται των δυνατοτήτων του όσον αφορά τη στήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας.
Η εξωτερική χρηματοδότηση παραμένει υποτονική εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων και του αδύναμου επενδυτικού κλίματος, ενώ ο διαρθρωτικός κατακερματισμός συνεχίζει να περιορίζει την ενοποίηση των αγορών μετοχών και την αποτελεσματική κατανομή των αποταμιεύσεων μεταξύ των κρατών-μελών.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει επίσης ότι τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης συνεχίζουν να διατηρούν μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεών τους σε τραπεζικές καταθέσεις χαμηλής απόδοσης, με περιορισμένη έκθεση σε μετοχές, γεγονός που μειώνει τη διαθέσιμη δεξαμενή κεφαλαίων υψηλότερου ρίσκου για τις επιχειρήσεις με αρνητική επίπτωση στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα. Σημαντικό μέρος των επενδύσεων σε μετοχές κατευθύνεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κεντρική τράπεζα στηρίζει τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για απλοποίηση των φορολογικών κανόνων, μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα και ενίσχυση της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηρίζοντάς τες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι θα απαιτηθούν πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις για να ξεπεραστούν τα βαθιά ριζωμένα εθνικά εμπόδια, όπως οι διαφορετικοί εταιρικοί και χρηματιστηριακοί νόμοι στα κράτη-μέλη.

