Κορυφώνονται οι προετοιμασίες για μία γερμανική αποστολή αποναρκοθέτησης στα Στενά του Ορμούζ. Ήδη το πρωί της Πέμπτης το ναρκαλιευτικό Fulda και το συνοδευτικό σκάφος Mosel, που βρίσκονταν ήδη στην Ανατολική Μεσόγειο αναμένοντας οδηγίες, διέσχισαν τη Διώρυγα του Σουέζ με κατεύθυνση προς την Ερυθρά Θάλασσα.
Εκεί θα παραμείνουν για τουλάχιστον πέντε ημέρες, ενώ στη συνέχεια θα αγκυροβολήσουν στο Τζιμπουτί, στις ακτές ανατολικής Αφρικής. Στα δύο πλοία επιβαίνουν συνολικά 140 άνδρες και γυναίκες, που “λαμβάνουν θέση για μία ενδεχόμενη αποστολή στα Στενά του Ορμούζ”, όπως δήλωσε την Πέμπτη στις Βρυξέλλες ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους.
Ωστόσο, για τη Γερμανία δεν συντρέχουν ακόμη οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έναρξη της αποστολής. Όπως επισημαίνει για μία ακόμη φορά το υπουργείο Άμυνας στο Βερολίνο, για να συμβεί αυτό απαιτούνται “ο τερματισμός των εχθροπραξιών, μία νομική βάση που εδράζεται στο διεθνές δίκαιο και μία εντολή του γερμανικού Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου”.
“Εμπειρία στην αποναρκοθέτηση”
Ο εντοπισμός και η απομάκρυνση θαλάσσιων ναρκών είναι ένα από τα “δυνατά χαρτιά” των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. “Έχουμε εμπειρία σε αυτό το κομμάτι” λέει στην Deutsche Welle ο Γιοχάνες Πέτερς, ειδικός για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου. Όπως εξηγεί ο ίδιος, “η Βόρεια Θάλασσα και η Βαλτική Θάλασσα είναι οι δύο μεγαλύτερες θαλάσσιες περιοχές, στις οποίες βρίσκονται ακόμη πολεμοφόδια από την εποχή των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, που δεν έχουν εκραγεί”. Πρόκειται για εκατομμύρια αντικείμενα: νάρκες, πυρομαχικά, κάθε είδους εκρηκτικά.
Αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, ο στρατός του Ιράν απέκλεισε τα Στενά του Ορμούζ και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, τοποθέτησε νάρκες στην περιοχή. Όλα αυτά δυσχεραίνουν σημαντικά τη διέλευση πλοίων, που μεταφέρουν πετρέλαιο ή υγροποιημένο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα να εκτοξευθούν στα ύψη οι τιμές των καυσίμων.
Προκειμένου να αποκατασταθούν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και να υποχωρήσουν οι τιμές, θα πρέπει να τερματιστούν οι εχθροπραξίες και στη συνέχεια να απομακρυνθούν οι νάρκες. Αλλά αυτό δεν είναι εύκολο, λέει στην Deutsche Welle η Νίτιγια Λαμπ, εμπειρογνώμων για θέματα ναυτικής ασφάλειας στο Chatam House του Λονδίνου.
Όπως αναφέρει, “υπάρχουν διαφορετικά είδη θαλασσίων ναρκών: αυτές που παραμένουν στην επιφάνεια της θάλασσας, αυτές που αιωρούνται σε συγκεκριμένο βάθος κάτω από την επιφάνεια και εκρήγνυνται μόλις ‘αντιληφθούν’ ένα πλοίο να πλησιάζει, αλλά και εκείνες που παραμένουν στον βυθό. Ακόμη και αν εντοπιστούν, ίσως χρειαστούν εβδομάδες ή και μήνες για να εξουδετερωθούν”.
Εύκολα μπαίνουν, δύσκολα απομακρύνονται
Ο Γιοχάνες Πέτερς επισημαίνει ότι “δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των ναρκών, ούτε την ακριβή τοποθεσία τους, κατά συνέπεια υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες. Δεν κάποια κάποια συγκεκριμένη πατέντα για αποναρκοθέτηση. Οι θαλάσσιες νάρκες εύκολα μπορούν να τοποθετηθούν, αλλά δύσκολα απομακρύνονται”.
Τα ναρκαλιευτικά του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού μπορούν να εντοπίσουν τις θαλάσσιες νάρκες, χωρίς να εντοπίζονται από αυτές. Και αυτό γιατί είναι κατασκευασμένα από χάλυβα χωρίς μαγνητικές ιδιότητες. Συνήθως οι νάρκες αντιδρούν σε μαγνητικά παιδία που παράγονται στο κυρίως σώμα του σκάφους ή ακόμη και στον θόρυβο των μηχανών.
Απαραίτητα για μία αποναρκοθέτηση είναι τα μη επανδρωμένα συστήματα, όπως αυτά που διαθέτει το “Fulda”. Θαλάσσια ντρόουνς προσομοιώνουν θορύβους πλοίου, προκαλώντας έκρηξη της νάρκης. Υποβρύχια ντρόουνς μπορούν να εντοπίσουν και να εξουδετερώσουν νάρκες κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εάν καμία από αυτές τις λύσεις δεν ευδοκιμήσει, αναλαμβάνουν δράση ειδικά εκπαιδευμένοι βατραχάνθρωποι.
Διεθνής συναίνεση
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήματος είναι και η συναίνεση των χωρών της περιοχής. Με άλλα λόγια, υπογραμμίζει ο εμπειρογνώμων Γιοχάνες Πέτερς, “οι Ιρανοί θα πρέπει να δώσουν τη συγκατάθεσή τους και να αποδεχθούν ότι το Πολεμικό Ναυτικό άλλων χωρών θα αναλάβει δράση στα Στενά του Ορμούζ”.
Σύμφωνα με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τουλάχιστον 20 χώρες έχουν ήδη συμφωνήσει να συμμετάσχουν σε μία διεθνή αποστολή για την αποναρκοθέτηση των Στενών και την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Για την Νότιγια Λαμπ είναι ωστόσο σημαντικό “να ξεκαθαρίσουν χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία – εφόσον συμμετάσχουν – ότι δεν ανήκουν στα εμπόλεμα μέρη”, ενώ επιθυμητή θα ήταν και η συμμετοχή χωρών του Περσικού Κόλπου, όπως το Ομάν και η Σαουδική Αραβία.


