Η AstraZeneca Plc εξετάζει το ενδεχόμενο εξαγοράς της Bristol Myers Squibb Co., σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, με μια πιθανή συμφωνία-μαμούθ που θα μπορούσε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία της παγκόσμιας φαρμακοβιομηχανίας.
Όπως ανέφεραν πηγές στο Bloomberg, οι δύο εταιρείες βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο επαφών για το ενδεχόμενο συνένωσής τους. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται ή αν τελικά θα οδηγήσουν σε συμφωνία.
Η είδηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στις αγορές, με τη μετοχή της AstraZeneca να υποχωρεί έως και 7,8% στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, ενώ η Bristol Myers Squibb κατέγραφε άνοδο έως 3,8% στις προσυνεδριακές συναλλαγές στη Wall Street.
Εφόσον ολοκληρωθεί, η συγχώνευση των δύο κορυφαίων εταιρειών στον τομέα της ογκολογίας θα δημιουργούσε τον μεγαλύτερο φαρμακευτικό όμιλο στον κόσμο, με ετήσια έσοδα που προσεγγίζουν τα 107 δισ. δολάρια. Παρά το μέγεθος της προοπτικής, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα της ταχέως αναπτυσσόμενης AstraZeneca.
“Με δεδομένη τη δυναμική ανάπτυξης και το ισχυρό προφίλ καινοτομίας της AstraZeneca, η συγκεκριμένη πληροφορία μας προκαλεί έκπληξη”, σχολίασε ο αναλυτής της Jefferies, Michael Leuchten.
Ισχυρότερη παρουσία στις ΗΠΑ
Η Bristol Myers Squibb, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 133,4 δισ. δολαρίων, θα μπορούσε να προσφέρει στην AstraZeneca σημαντική ενίσχυση της παρουσίας της στην αμερικανική αγορά, τη μεγαλύτερη παγκοσμίως για τα φαρμακευτικά προϊόντα. Η AstraZeneca αποτιμάται σήμερα σε περίπου 183 δισ. στερλίνες (246 δισ. δολάρια).
Παράλληλα, η Bristol Myers βρίσκεται αντιμέτωπη με την επικείμενη λήξη της πατέντας ορισμένων από τα σημαντικότερα προϊόντα της, μεταξύ των οποίων το αντιπηκτικό Eliquis και το αντικαρκινικό Opdivo, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των συνολικών πωλήσεών της. Παρ’ όλα αυτά, η μετοχή της εταιρείας έχει ενισχυθεί κατά περίπου 21% από τις αρχές του έτους.
Την περασμένη εβδομάδα η εταιρεία ανακοίνωσε ιστορικά υψηλές τριμηνιαίες πωλήσεις ύψους 13 δισ. δολαρίων, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης νεότερα φάρμακα όπως το Breyanzi για μορφές καρκίνου του αίματος, το Opdualag για τον καρκίνο του δέρματος και το καρδιολογικό φάρμακο Camzyos.
Η στρατηγική της AstraZeneca
Υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Pascal Soriot, η AstraZeneca έχει εξελιχθεί σε μία από τις κορυφαίες δυνάμεις της παγκόσμιας ογκολογίας, χάρη σε μια σειρά επιτυχημένων και ιδιαίτερα κερδοφόρων φαρμάκων, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Ο Soriot ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας το 2012 και λίγο αργότερα απέκρουσε την απόπειρα εξαγοράς της AstraZeneca από την Pfizer, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει ακόμη και την παρέμβαση της βρετανικής κυβέρνησης λόγω των ανησυχιών για την απώλεια ενός στρατηγικής σημασίας βρετανικού ομίλου.
Σήμερα, η AstraZeneca αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, ενώ τα τελευταία χρόνια ενισχύει σταθερά την παρουσία της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πέρυσι, μετέφερε την κύρια διαπραγμάτευση των αμερικανικών τίτλων της στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYSE), διατηρώντας παράλληλα την έδρα και την κύρια εισαγωγή της στο Λονδίνο.
Η εταιρεία έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη ετήσιων πωλήσεων 80 δισ. δολαρίων έως το 2030 και παράλληλα επιδιώκει να εισέλθει στη ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά των φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας, αναπτύσσοντας σειρά νέων σκευασμάτων.
Επιφυλάξεις από τους αναλυτές
Ο ίδιος ο Pascal Soriot έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι αποφεύγει επεκτάσεις εκτός των βασικών θεραπευτικών τομέων της εταιρείας, επισημαίνοντας πως “όσο περισσότερο απομακρύνεται κανείς από το πεδίο εξειδίκευσής του, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων επενδυτικών επιλογών”.
Αναλυτές της Mizuho εκτιμούν ότι οι επενδυτές ενδέχεται να αντιδράσουν αρνητικά σε μια πιθανή συγχώνευση, καθώς η AstraZeneca αναμένεται να αυξάνει τα κέρδη ανά μετοχή με ετήσιο ρυθμό άνω του 10% τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα αντίστοιχα μεγέθη της Bristol Myers προβλέπεται να υποχωρήσουν έως το τέλος της δεκαετίας.
“Οι επενδυτές πιθανότατα θα υποστηρίξουν ότι η AstraZeneca δεν έχει ανάγκη τη Bristol Myers, αλλά το αντίστροφο. Εκτός εάν προκύψουν εξαιρετικά μεγάλες συνέργειες που θα αντισταθμίσουν τις πιέσεις στα έσοδα και την κερδοφορία, μια τέτοια συμφωνία είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί”, σημείωσε ο αναλυτής της Mizuho, Jared Holz.
Ο ίδιος, ωστόσο, εκτιμά ότι η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η καταλληλότερη για μια τόσο μεγάλη συμφωνία, επικαλούμενος τη σχετικά ευνοϊκή στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στις μεγάλες επιχειρηματικές συγχωνεύσεις.
Από την πλευρά τους, αναλυτές της BMO Capital Markets επισημαίνουν ότι τα εμπόδια από τις αρχές ανταγωνισμού παραμένουν σημαντικά. Όπως σημειώνουν, οι δύο εταιρείες διαθέτουν ισχυρή παρουσία σε αρκετές κοινές θεραπευτικές κατηγορίες, όπως ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, γεγονός που θα μπορούσε να δυσκολέψει την έγκριση μιας τόσο μεγάλης συγχώνευσης από τις ρυθμιστικές αρχές.
Εάν τελικά ολοκληρωθεί, η συμφωνία θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη εξαγορά που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στον φαρμακευτικό κλάδο, ξεπερνώντας ακόμη και την εξαγορά της Celgene από τη Bristol Myers Squibb έναντι 74 δισ. δολαρίων το 2019.


