Η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις από την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στο κόστος δανεισμού της, υιοθετώντας πρακτικές από τις αγορές πιστώσεων, σύμφωνα με στρατηγικούς αναλυτές της Bank of America.
Η πρότασή τους αφορά ένα λεγόμενο “παράθυρο αντίστροφης ζήτησης”, μέσω του οποίου το χρέος θα πωλείται απευθείας σε επενδυτές βάσει εξατομικευμένων αιτημάτων. Αν και η πρακτική αυτή είναι συνηθισμένη σε πιο εξειδικευμένες αγορές ομολόγων, θα αποτελούσε καινοτομία για την αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων ύψους 31 τρισ. δολαρίων.
Με το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ να αναμένεται να ανακοινώσει τις τριμηνιαίες προβλέψεις χρηματοδότησης και τις αποδόσεις των 30ετών ομολόγων να έχουν επιστρέψει πάνω από το 5% για πρώτη φορά από τον Ιούλιο, οι επενδυτές παρακολουθούν στενά για ενδείξεις σχετικά με το πώς θα αντιμετωπιστούν οι αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού.
Η ομάδα της Bank of America, που περιλαμβάνει τους Ralph Axel, Mark Cabana και Meghan Swiber, ανέφερε ότι το Υπουργείο “έχει εξετάσει ιδέες για τον περιορισμό της πίεσης στο μακροπρόθεσμο σκέλος της καμπύλης”. Ένα τέτοιο “παράθυρο” θα μπορούσε να διατηρήσει σταθερό το μέγεθος των εκδόσεων μακροπρόθεσμων ομολόγων για μεγαλύτερο διάστημα και να καλύπτει τη ζήτηση βάσει αιτημάτων επενδυτών.
Παρόλα αυτά, το Υπουργείο Οικονομικών σπάνια αιφνιδιάζει τις αγορές. Συνήθως προηγείται δημόσια διαβούλευση με τους βασικούς διαπραγματευτές και η εφαρμογή νέων πρακτικών γίνεται σταδιακά. Για παράδειγμα, η επανεισαγωγή των 20ετών ομολόγων το 2020 ξεκίνησε με σχετική συζήτηση ήδη από το 2019.
Ωστόσο, όπως μεταδίδει το Bloomberg, οι επενδυτές “θα πρέπει να γνωρίζουν αυτή την πιθανότητα λόγω της ενδεχόμενης επίδρασης στις αγορές”, σημειώνουν οι αναλυτές.
Το Υπουργείο Οικονομικών χρηματοδοτεί τα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ εκδίδοντας τίτλους διαφόρων διάρκειων, από έντοκα γραμμάτια τεσσάρων εβδομάδων έως 30ετή ομόλογα, καθώς και τίτλους κυμαινόμενου επιτοκίου και ομόλογα προστατευμένα από τον πληθωρισμό.
Οι εκδόσεις προσαρμόζονται σταδιακά ανάλογα με τις ανάγκες δανεισμού, ενώ για βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις χρησιμοποιούνται τα εβδομαδιαία έντοκα γραμμάτια.
Το “παράθυρο αντίστροφης ζήτησης” θα λειτουργούσε συμπληρωματικά προς αυτό το σύστημα, επιτρέποντας στο Υπουργείο να ανταποκρίνεται καλύτερα στη ζήτηση για ομόλογα μεγάλης διάρκειας.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, “θα επιτρέπει την αύξηση της προσφοράς μακροπρόθεσμων τίτλων μόνο όπου υπάρχει ζήτηση” και θα δίνει επίσης στο Υπουργείο σαφέστερη εικόνα για το αν υπάρχει υπερπροσφορά.
Η πρακτική αυτή είναι ήδη διαδεδομένη σε αγορές υψηλού κινδύνου και δομημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, ενώ χρησιμοποιείται και από μικρότερους ευρωπαϊκούς εκδότες, όπως το Βέλγιο και η Φινλανδία.
“Οι εκδότες χρέους παγκοσμίως δυσκολεύονται να εκτιμήσουν τη ζήτηση”, σημειώνει η ομάδα της Bank of America. “Το Υπουργείο Οικονομικών θα ωφελούνταν από έναν πιο άμεσο και σε πραγματικό χρόνο τρόπο αξιολόγησης της ζήτησης μέσω ενός τέτοιου μηχανισμού”.

