Στην περικοπή περίπου 5.000 θέσεων εργασίας προχωρά η Barclays, εντείνοντας την προσπάθεια περιορισμού των λειτουργικών δαπανών μέσω της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού. Η απόφαση καθιστά τη βρετανική τράπεζα έναν ακόμη μεγάλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό που αναθεωρεί τις ανάγκες του σε προσωπικό, καθώς η νέα τεχνολογία μετασχηματίζει τις εργασίες και τις εσωτερικές λειτουργίες του τραπεζικού κλάδου.
Οι περικοπές αντιστοιχούν περίπου στο 5% του συνολικού ανθρώπινου δυναμικού της Barclays, με έδρα το Λονδίνο. Περίπου το 60% των θέσεων που θα καταργηθούν αφορά υποστηρικτικές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και θέσεις προγραμματιστών, όπως αναφέρει το Bloomberg. Στον συνολικό αριθμό περιλαμβάνονται περίπου 1.000 θέσεις που είχαν ήδη περικοπεί κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η αναδιάρθρωση εντάσσεται στη στρατηγική συγκράτησης των δαπανών, μετά την απογοητευτική εικόνα που παρουσίασαν τα λειτουργικά έξοδα της τράπεζας νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Η Barclays είχε ανακοινώσει νέο πρόγραμμα εξοικονόμησης κόστους τον Φεβρουάριο, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να καθησυχάσει πλήρως τους επενδυτές με τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον τραπεζικό κλάδο
Η Barclays ακολουθεί πλέον την ίδια κατεύθυνση με την HSBC Holdings και τη Standard Chartered, οι οποίες εξετάζουν ή υλοποιούν αντίστοιχα σχέδια αναδιάρθρωσης με έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη και τον αυτοματισμό.
Η HSBC εξετάζει το ενδεχόμενο κατάργησης έως και 20.000 θέσεων εργασίας τα επόμενα χρόνια, ενώ η Standard Chartered σχεδιάζει να μειώσει κατά περισσότερο από 15% τις θέσεις στις εταιρικές λειτουργίες της έως το 2030.
Οι ενδείξεις για τη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης στα τραπεζικά ιδρύματα πληθαίνουν. Μόλις την προηγούμενη ημέρα, ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σέβινγκ, δήλωσε ότι η τράπεζα αξιοποιεί την τεχνολογία για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και των μηχανισμών ελέγχου.
“Θα αξιοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη σε μεγάλη κλίμακα”, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays, C.S. Venkatakrishnan, σε τηλεφωνική ενημέρωση δημοσιογράφων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι “η τεχνητή νοημοσύνη είναι το κερασάκι στην τούρτα, όχι η ίδια η τούρτα”.
Η τράπεζα εκτιμά ότι θα δαπανήσει περίπου 600 εκατ. λίρες μέσα στο τρέχον έτος για την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης, ποσό σχεδόν διπλάσιο από την προηγούμενη εκτίμηση. Στόχος είναι η εξοικονόμηση δαπανών σε βάθος χρόνου.
“Οι αλλαγές που υλοποιούμε κατά το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του έτους είναι σημαντικές”, δήλωσε η οικονομική διευθύντρια της Barclays, Άννα Κρος, σε ενημέρωση αναλυτών. Όπως εξήγησε, αφορούν τόσο την απλοποίηση της οργανωτικής δομής όσο και ορισμένες από τις επιπτώσεις που αρχίζει να έχει η τεχνητή νοημοσύνη στη λειτουργία της τράπεζας.
Στο τέλος του 2025, η Barclays απασχολούσε περίπου 93.000 εργαζομένους παγκοσμίως.
Αντιδράσεις από τα συνδικάτα για τις απολύσεις
Οι σχεδιαζόμενες περικοπές προκαλούν αντιδράσεις από την πλευρά των εργαζομένων. Το βρετανικό συνδικάτο Unite ανακοίνωσε μετά τη γνωστοποίηση των μέτρων ότι βρίσκεται σε “επείγουσες και ειλικρινείς διαπραγματεύσεις” με την τράπεζα, ενώ παραμένει αδιευκρίνιστο πόσες από τις θέσεις που επηρεάζονται βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η γενική γραμματέας του Unite, Σάρον Γκράχαμ, κατηγόρησε την Barclays ότι χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη ως πρόσχημα για την κατάργηση θέσεων εργασίας.
“Η εταιρεία χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη ως δικαιολογία για να απορρίψει το πιστό και επί μακρόν δοκιμαζόμενο εργατικό δυναμικό της”, ανέφερε σε ανακοίνωσή της.
Η ίδια υποστήριξε ότι οι εργοδότες θα πρέπει να επενδύουν στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, ώστε να μπορούν να παραμείνουν στην εργασία τους καθώς η τεχνολογία μεταβάλλει το εργασιακό περιβάλλον, αντί να υιοθετούν βραχυπρόθεσμες και βεβιασμένες λύσεις. Εκπρόσωπος της Barclays δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό των δηλώσεων του συνδικάτου.
Πίεση στα έσοδα της επενδυτικής τράπεζας
Οι ανακοινώσεις για τις περικοπές προσωπικού συνοδεύτηκαν από μικτή εικόνα στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου της επενδυτικής τράπεζας της Barclays.
Τα έσοδα από συναλλαγές σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος υποχώρησαν κατά 19% σε ετήσια βάση, στα 1,01 δισ. λίρες (περίπου 1,4 δισ. δολάρια), διαψεύδοντας τις προσδοκίες των αναλυτών που συγκεντρώνει το Bloomberg.
Στον αντίποδα, ο τομέας διαπραγμάτευσης μετοχών κατέγραψε αύξηση εσόδων κατά 47%, προσεγγίζοντας σχεδόν τις επιδόσεις του τμήματος σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος. Πρόκειται για την ισχυρότερη επίδοσή του τουλάχιστον από το 2009, όταν η Barclays εξαγόρασε τις δραστηριότητες της Lehman Brothers στη Βόρεια Αμερική.
Η διοίκηση απέδωσε την υποχώρηση στα έσοδα σταθερού εισοδήματος στη χαμηλότερη συναλλακτική δραστηριότητα των πελατών στις αγορές επιτοκίων και πιστώσεων, καθώς και στις πρόσθετες δυσκολίες που προκάλεσε το μακροοικονομικό περιβάλλον τον Σεπτέμβριο.
Ο Venkatakrishnan χαρακτήρισε την επίδοση του τομέα σταθερού εισοδήματος, συναλλάγματος και εμπορευμάτων (FICC) “κάπως απογοητευτική”.
Συνολικά, τα έσοδα της επενδυτικής τράπεζας διαμορφώθηκαν στα 3,13 δισ. λίρες, ελαφρώς χαμηλότερα από τις προσδοκίες της αγοράς.
Αδυναμία να αντισταθμίσει πλήρως αυτή την υποχώρηση εμφάνισε και η λιανική τραπεζική. Οι δραστηριότητες λιανικής στο Ηνωμένο Βασίλειο παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές, ενώ αντίστοιχη εικόνα παρουσίασε και ο τομέας καταναλωτικής τραπεζικής στις ΗΠΑ, με τα αποτελέσματα να υπολείπονται των εκτιμήσεων.
“Απογοητευτική επίδοση από την Barclays”, σχολίασε ο Εντ Φερθ, αναλυτής του βρετανικού τραπεζικού κλάδου στην Keefe, Bruyette & Woods.
Πιέσεις στον κλάδο και αυξημένο φορολογικό βάρος
Η εικόνα της Barclays αντανακλά ευρύτερες τάσεις στον διεθνή τραπεζικό κλάδο. Αντίστοιχη υποχώρηση των εσόδων από συναλλαγές σταθερού εισοδήματος κατέγραψαν και οι JPMorgan Chase, Goldman Sachs και Bank of America, με τις απώλειες να φθάνουν έως και το 17% σε ετήσια βάση.
Η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει τις συγκεκριμένες δραστηριότητες, καθώς μπορεί να μειώσει την αξία των υφιστάμενων ομολόγων και να περιορίσει τη διάθεση των πελατών για συναλλαγές.
Παράλληλα, οι βρετανικές τράπεζες προετοιμάζονται για ενδεχόμενη αύξηση της φορολόγησης των κερδών τους στο πλαίσιο του προϋπολογισμού που αναμένεται να παρουσιάσει την επόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση των Εργατικών. Τα πρόσθετα έσοδα προορίζονται για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης των νοικοκυριών απέναντι στο αυξημένο κόστος διαβίωσης.


