Πολλοί εκπρόσωποι της ρωσικής ελίτ ανησυχούν όλο και περισσότερο ότι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB) έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει αναθέσει στην υπηρεσία τη διαφύλαξη της εξουσίας του εν μέσω αυξανόμενης ανησυχίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία, αναφέρει σε σημερινό του δημοσίευμα το Bloomberg.
Η κατηγορία για τρομοκρατία που απαγγέλθηκε κατά του δισεκατομμυριούχου συνιδρυτή του Telegram, Πάβελ Ντούροφ, αποτελεί την πιο πρόσφατη ένδειξη ενός εντεινόμενου κύματος καταστολής από την υπηρεσία, γνωστή ως FSB, σημειώνει το Bloomberg επικαλούμενο άτομα που πρόσκεινται στο Κρεμλίνο και ζήτησαν να τηρηθεί η ανωνυμία τους λόγω της ευαίσθητης φύσης του θέματος.
Αν και ο πρόεδρος Πούτιν κυβερνά εδώ και καιρό διατηρώντας ισορροπίες ανάμεσα στους σκληροπυρηνικούς της ασφάλειας και τις πιο μετριοπαθείς ομάδες κυβερνητικών στελεχών που εστιάζουν στην οικονομία, πολλοί στους κύκλους του Κρεμλίνου αισθάνονται ότι ο Πούτιν πλέον κλίνει σταθερά προς τους υποστηρικτές ενός αυστηρότερου ελέγχου επί των επιχειρήσεων και της κοινωνίας, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί εντάσεις, καθώς η FSB επεκτείνει την επιρροή της χωρίς να διαφαίνονται κάποιοι μηχανισμοί για τον περιορισμό της εξουσίας της, ενώ ανώτατα στελέχη —συμπεριλαμβανομένου του Σεργκέι Κιριγένκο, του ισχυρού επικεφαλής εσωτερικής πολιτικής του Πούτιν— χάνουν την επιρροή τους, σύμφωνα με εκτιμήσεις ατόμων που πρόσκεινται στο Κρεμλίνο και την κυβέρνηση. Ο Κιριγένκο έχει δεχθεί επικρίσεις το τελευταίο διάστημα για τις αποτυχίες στις ρωσικές επιχειρήσεις σε Αρμενία, Μολδαβία και Ουγγαρία.
“Η FSB έχει μετατραπεί στη διοικητική αρχή της χώρας”, δήλωσε ο Αντρέι Κολεσνίκοφ, πολιτικός αναλυτής με έδρα τη Μόσχα. “Η πολιτική διοίκηση, το Υπουργείο Εξωτερικών και το οικονομικό επιτελείο έχουν υποβαθμιστεί σε απλό τεχνικό προσωπικό που διεκπεραιώνειο τις αποφάσεις που έχουν γίνει με τη νοοτροπία των μυστικών υπηρεσιών”.
Μια βομβιστική επίθεση στο κέντρο της Μόσχας το περασμένο Σαββατοκύριακο πιθανότατα ενίσχυσε τα επιχειρήματα της FSB προς τον Πούτιν υπέρ της αυστηροποίησης των μέτρων ασφαλείας. Αυτό άφησε τις άλλες πτέρυγες του Κρεμλίνου με ελάχιστα περιθώρια αντίστασης σε μια σκληρότερη κατασταλτική πολιτική, παρά τις ανησυχίες ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να πλήξει τη δημόσια υποστήριξη προς τον πρόεδρο — η οποία έχει ήδη υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδό της από την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα του Bloomberg για σχολιασμό.
Ο Πούτιν, πρώην πράκτορας της KGB και επικεφαλής της FSB, εμπιστεύεται την υπηρεσία ασφαλείας για τη διασφάλιση της εξουσίας του, καθώς ο πόλεμος γίνεται όλο και πιο αισθητός στους απλούς Ρώσους πολίτες. Τα ουκρανικά πλήγματα σε διυλιστήρια πετρελαίου, αμυντικές βιομηχανίες και αποθήκες εφοδιαστικής αλυσίδας φτάνουν πλέον βαθιά στο εσωτερικό της χώρας, υπονομεύοντας τους ισχυρισμούς του Κρεμλίνου ότι ελέγχει την κατάσταση, κατά το πέμπτο έτος μιας σύγκρουσης που δεν δείχνει σημάδια τερματισμού.
Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες στο πεδίο της μάχης, ενώ η οικονομία της χώρας πιέζεται από τις μαζικές κρατικές δαπάνες, τα υψηλά επιτόκια και την ανύπαρκτη ανάπτυξη, εν μέσω πρωτοφανών δυτικών κυρώσεων.
Ειδικότερα, το Δεύτερο Τμήμα της FSB —αρμόδιο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διαφύλαξη της πολιτικής τάξης στη Ρωσία— έχει λάβει το ελεύθερο να διεξάγει έρευνες σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου, χωρίς ουσιαστικά να λογοδοτεί σε κανέναν, σύμφωνα με τρία από τα προαναφερθέντα άτομα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αυτή η πλευρά βρίσκεται πίσω από την κίνηση να απαγγελθούν στον Ντούροφ κατηγορίες για τρομοκρατία, στο πλαίσιο των προσπαθειών περιορισμού του Telegram. Και αυτό συμβαίνει παρά τις αντιρρήσεις ανώτερων αξιωματούχων του Κρεμλίνου που είναι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου, οι οποίοι προειδοποιούν ότι μια κατασταλτική κίνηση κατά της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής αντίδρασης από τους ψηφοφόρους.
Ο Ντούροφ, ο οποίος ζει εκτός της χώρας εδώ και χρόνια, απέρριψε την κατηγορία μέσω του καναλιού του στο Telegram, δηλώνοντας ότι η Ρωσία τον χαρακτήρισε τρομοκράτη “επειδή αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά της για μαζική παρακολούθηση και λογοκρισία”.
Ακόμη και επικριτές με σχετικά περιορισμένη επιρροή έχουν υποστεί ανελέητες διώξεις. Ο Ιλία Ρεμέσλο, πρώην μπλόγκερ που υποστήριζε το Κρεμλίνο αλλά στη συνέχεια στράφηκε κατά του Πούτιν, εστάλη σε ψυχιατρική κλινική μετά τη σύλληψή του στην Αγία Πετρούπολη με την κατηγορία της διάδοσης “ψευδών ειδήσεων” σχετικά με τον στρατό, όπως μετέδωσε στις 26 Ιουλίου το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Tass.
Ο Μπόρις Ναντέζντιν, πολιτικός που αντιτίθεται στον πόλεμο και στον οποίο απαγορεύτηκε να θέσει υποψηφιότητα απέναντι στον Πούτιν στις προεδρικές εκλογές του 2024, καταδικάστηκε για “εξτρεμισμό” επειδή εμφάνισε φωτογραφία του εκλιπόντος ηγέτη της αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι. Αυτή την εβδομάδα ανακοίνωσε ότι διέφυγε στη Γαλλία, αφού χαρακτηρίστηκε “ξένος πράκτορας”.
Στο στόχαστρο ερευνητών και εισαγγελέων βρίσκονται επίσης μεγιστάνες του επιχειρηματικού κόσμου, εν μέσω μιας σαρωτικής διαδικασίας κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων, η οποία αναδιανέμει περιουσίες σε πρόσωπα που πρόσκεινται ή είναι πιστά στις αρχές.
Ούτε οι τομείς του πολιτισμού και της επιστήμης στη Ρωσία έχουν μείνει στο απυρόβλητο.
Το Δεύτερο Τμήμα έχει κινήσει διαδικασίες εναντίον δεκάδων φυσικών και ερευνητών αεροδιαστημικής με την κατηγορία της “εσχάτης προδοσίας”, επειδή συμμετείχαν στο παρελθόν σε διεθνή συμπόσια που είχαν εγκριθεί από το κράτος. Η υπηρεσία τηρεί ανεπίσημες “μαύρες λίστες” με ηθοποιούς, μουσικούς και σκηνοθέτες που θεωρούνται μη πατριώτες, επιβάλλοντας ιδεολογική συμμόρφωση μέσω νόμων κατά του “εξτρεμισμού” και της “δυσφήμισης” του στρατού.
Την Τρίτη, ο Πούτιν υπέγραψε νέα νομοθεσία για Ρώσους πολίτες που αντιτίθενται στον πόλεμο, έχουν διαφύγει στο εξωτερικό και έχουν καταδικαστεί ερήμην. Τα περιουσιακά τους στοιχεία στη Ρωσία θα δεσμευτούν, θα τους απαγορευτεί η χρήση κρατικών και τραπεζικών υπηρεσιών μέσω διαδικτύου και θα τους στερηθεί το δικαίωμα ανανέωσης των διαβατηρίων τους στο εξωτερικό.
Το Δεύτερο Τμήμα έχει ιστορικό στοχοποίησης των πιο εξέχων αντιπάλων του Πούτιν. Οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στον επικεφαλής του, τον στρατηγό-συνταγματάρχη Αλεξέι Σεντόφ, για τη δηλητηρίαση του Ναβάλνι το 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο επέβαλε παρόμοια μέτρα σε πράκτορές του για επιθέσεις με δηλητήριο κατά του Βλαντιμίρ Κάρα-Μούρζα, ενώ το τμήμα παρακολουθούσε τον πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Μπόρις Νεμτσόφ πριν από τη δολοφονία του το 2015.
Ο 71χρονος Σεντόφ έχει άμεση πρόσβαση στον πρόεδρο, ο οποίος τον διόρισε στη θέση αυτή το 2006. Περιγράφεται ως ένας ψύχραιμος και ικανός διαχειριστής με πάθος για το ψάρεμα· ξεκίνησε την καριέρα του στην KGB στο Λένινγκραντ (μετέπειτα Αγία Πετρούπολη) λίγα χρόνια μετά τον Πούτιν και ηγήθηκε της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Φορολογικής Αστυνομίας της Ρωσίας τη δεκαετία του 1990.
Νωρίτερα φέτος, πρωτοστάτησε στην επιχειρηματολογία υπέρ των περιορισμών στο διαδίκτυο για λόγους ασφαλείας, κίνηση που προκάλεσε ευρεία δημόσια οργή, καθώς οι Ρώσοι έχασαν την πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις διαμαρτυρήθηκαν για τεράστιες απώλειες.
Οι ρωσικές ελίτ ανησυχούν όλο και περισσότερο για την αδυναμία του συστήματος να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες προκλήσεις που συνδέονται με τον πόλεμο, ενώ δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Πούτιν προτίθεται να κάνει παραχωρήσεις, έγραψε σε σχόλιό της στις 27 Ιουλίου η Τατιάνα Στανοβάγια, ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Carnegie Russia Eurasia.
“Το θεμελιώδες ζήτημα είναι η αίσθηση ότι η ρωσική ηγεσία έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα”, δήλωσε. “Ότι η εμμονή του Πούτιν με την υποταγή της Ουκρανίας έχει καταστήσει τη διακυβέρνηση σημαντικά πιο δύσκολη”.
Το κλίμα καταστολής εξαπλώνεται τόσο στις ελίτ όσο και στη ρωσική μεσαία τάξη, δήλωσε η Έλα Πανεγιάχ, κοινωνιολόγος και ερευνήτρια στη δεξαμενή σκέψης New Eurasian Strategies Centre. “Ο κόσμος φοβάται, γιατί κανείς δεν ξέρει ποιον θα βάλουν στο στόχαστρο”, είπε.


