Το Ιράν έχει καταφέρει να διατηρήσει αλώβητες τις εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων και drones παρά τους μήνες αμερικανικών και ισραηλινών βομβαρδισμών, σύμφωνα με αξιωματούχους που γνωρίζουν το θέμα. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στην Τεχεράνη να ανανεώνει το οπλοστάσιό της, την ώρα που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναστέλλει τα στρατιωτικά πλήγματα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους στο Bloomberg, η Ισλαμική Δημοκρατία διατηρεί την παραγωγική ικανότητα για την ανασύνταξη των εξοπλισμών της. Ένας από τους αξιωματούχους επεσήμανε ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και οπλικών συστημάτων κατά πλοίων (anti-ship), τα οποία μπορεί να αυξήσει με ταχείς ρυθμούς.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η Ρωσία προμηθεύει επίσης το Ιράν με πυραύλους, επιβεβαιώνοντας ανάλογες εκτιμήσεις του Ιουνίου. Το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό.
Οι απόρρητες αυτές εκτιμήσεις έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του Τραμπ και της διοίκησής του, σύμφωνα με τους οποίους οι οκτώ μήνες αεροπορικών επιθέσεων είχαν εξαρθρώσει την ικανότητα της Τεχεράνης να απειλεί τις αμερικανικές βάσεις και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει νωρίτερα φέτος ότι ο ιρανικός στρατός έχει “καταστραφεί ολοσχερώς”, ενώ στις 30 Σεπτεμβρίου ο Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διέλυσαν τη “στρατιωτικοβιομηχανική υποδομή” και την “αμυντική βάση” της χώρας.
Ωστόσο, η διατηρούμενη παραγωγική ισχύς του Ιράν ενισχύει την πιθανότητα ανασύνταξης των πυραυλικών του δυνάμεων, εφόσον ο Τραμπ τηρήσει τη δέσμευση που διατύπωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Πέμπτη —ότι δεν θα επιτεθεί στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Παράλληλα, η Τεχεράνη έχει κλιμακώσει τις επιθέσεις της κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, πλήττοντας τουλάχιστον 10 πλοία την τελευταία εβδομάδα, σύμφωνα με στοιχεία του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.
Ο Λευκός Οίκος και το Πεντάγωνο δεν ανταποκρίθηκαν άμεσα σε αιτήματα για σχολιασμό.
Ο Τραμπ είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εντατικοποίησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων μετά τις εκλογές, εν μέσω του κύματος επιθέσεων στη ναυσιπλοΐα. Το μεταγενέστερο αυτό χρονοδιάγραμμα του επιτρέπει να αποφύγει μια νέα πυροδότηση των τιμών του πετρελαίου παραμονές της κάλπης.
Οι εκτιμήσεις των Δυτικών αναλυτών υποδηλώνουν ότι η Ισλαμική Δημοκρατία διατηρεί επαρκή ισχύ πυρός για να ανταποδώσει εάν η Ουάσινγκτον επανεκκινήσει τις αεροπορικές επιδρομές. Με την οικονομία της να δοκιμάζεται σκληρά υπό το αμερικανικό ναυτικό μπλόκο στις εξαγωγές πετρελαίου και τον πόλεμο σε αδιέξοδο, η Τεχεράνη ενδέχεται να καταφύγει σε ασύμμετρο πόλεμο, επιζητώντας να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό πλήγμα στον στρατιωτικά υπερέχοντα αντίπαλό της.
Αν και η αμερικανοϊσραηλινή αεροπορική εκστρατεία πιθανότατα υποβάθμισε σημαντικά την προπολεμική παραγωγική ικανότητα του Ιράν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα —σύμφωνα με έκθεση του Τζιμ Λάμσον, πρώην αναλυτή της CIA και ερευνητή στο King’s College του Λονδίνου— τα αποθέματα παραμένουν υπολογίσιμα.
Το Ισραήλ εκτιμούσε ότι το Ιράν διέθετε περίπου 2.500 βαλλιστικούς πυραύλους πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Αν και ο ακριβής εναπομείνας αριθμός δεν είναι γνωστός, στοιχεία των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών έως τον Ιούνιο έδειχναν ότι το Ιράν διατηρούσε τα τρία τέταρτα του προπολεμικού του οπλοστασίου.
Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg Economics, από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν έχει εξαπολύσει περισσότερους από 4.000 πυραύλους κρουζ τύπου Shahed και τουλάχιστον 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους.
Η ύφεση στις μεγάλες αμερικανικές επιθέσεις προσφέρει στο Ιράν τον απαραίτητο χρόνο για ανασύνταξη και ανασυγκρότηση εν όψει του επόμενου γύρου συγκρούσεων, τον οποίο θεωρεί δεδομένο, σημειώνει η Μπέκα Βάσερ, επικεφαλής αναλύτρια αμυντικών θεμάτων στο Bloomberg Economics. Η δυναμική αυτή φαίνεται να οδηγεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, στην οποία καμία πλευρά δεν διατηρεί σαφές πλεονέκτημα.
“Πιθανότατα διαθέτουν λιγότερα οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας, αλλά συσσώρευαν και απέκρυπταν πυραύλους κρουζ για χρόνια, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους Χούθι”, αναφέρει ο Ουίλιαμ Αλμπέρκ, ανώτερος ερευνητής στο Pacific Forum. “Εκτιμώ με βεβαιότητα ότι δεν έχουμε δει ούτε την κορυφή του παγόβουνου όσον αφορά τις επιθέσεις κατά πλοίων”.
Οι τιμές του πετρελαίου, που διαπραγματεύονται πλέον πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, παραμένουν υπό πίεση και είναι εξαιρετικά ευάλωτες στις προοπτικές της προσφοράς. Παρά το γεγονός ότι η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ έχει αυξηθεί, το κόστος ναύλωσης ενός δεξαμενόπλοιου έχει εκτιναχθεί στα 1,2 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα, έναντι λιγότερων από 50.000 δολαρίων πριν από τον πόλεμο.
Παράλληλα, η σύγκρουση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των υποστηριζόμενων από το Ιράν ανταρτών Χούθι εγείρει ανησυχίες για την ικανότητα του Ριάντ να βασιστεί σε εναλλακτικές οδούς εξαγωγής μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Το βράδυ της Πέμπτης, βαλλιστικοί πύραυλοι των Χούθι έπληξαν δύο αεροδρόμια στη Σαουδική Αραβία, αφήνοντας πίσω τους τουλάχιστον τρεις νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις επιθέσεις σε εμπορικά σκάφη παραμένει η συλλογή δεδομένων στοχοποίησης, εξηγεί ο Σιντάρθ Κάουσαλ, ανώτερος ερευνητής στο Royal United Services Institute (RUSI).
“Τα πραγματικά αποθέματα πυραύλων κατά πλοίων παραμένουν πιθανότατα μεγάλα, τόσο επειδή κατασκευάζονται σχετικά εύκολα όσο και επειδή το Ιράν έχει καθετοποιήσει την παραγωγή παλαιότερων κινεζικών μοντέλων ASCM. Επιπλέον, τα βουνά στο νότιο τμήμα της χώρας προσφέρουν φυσικά καταφύγια από τις αεροπορικές επιθέσεις”, καταλήγει.


