
Η σταδιακή αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, καθώς και η πτώση των τιμών του πετρελαίου, είναι οι βασικότεροι παράγοντες που θα δώσουν ώθηση στις ευρωπαϊκές μετοχές, σύμφωνα με διάφορες αναλύσεις από διενθείς οίκους, που «βλέπουν» νέες ευκαιρίες να δημιουργούνται στη Γηραιά Ήπειρο.
Η Citi διατηρεί τη θετική της στάση για τις ευρωπαϊκές μετοχές, παρά την επιδείνωση του μακροοικονομικού κλίματος, εκτιμώντας πως η σταδιακή ομαλοποίηση στη Μέση Ανατολή και το Ορμούζ θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περαιτέρω άνοδο της ευρωπαϊκής αγοράς μέσα στους επόμενους μήνες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Citi διατήρησε τον στόχο για τον Stoxx 600 στις 640 μονάδες στο τέλος του 2026 και εισήγαγε νέο στόχο στις 700 μονάδες για τα μέσα του επόμενου έτους, πράγμα που μεταφράζεται σε περιθώριο ανόδου περίπου 3% μέχρι το τέλος του 2026 και περίπου 13% για το 2027.
Το κεντρικό αφήγημα του αμερικανικού οίκου έχει να κάνει με την ανθεκτική κερδοφορία που εμφανίζουν οι ευρωπαϊκές εταιρείες, παρότι η αβεβαιότητα στο γεωπολιτικό σκηνικό συνεχίζει να αποτελεί μία βασική πρόκληση. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, οι αναλυτές της Citi έχουν μειώσει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης στο 0,7% για το 2026 και στο 1,3% για το 2027, ενώ βλέπουν τον πληθωρισμό να κινείται υψηλότερα στο δεύτερο μισό του έτους.
Πάντως, στους κλάδους που ξεχωρίζει ο αμερικανικός οίκος είναι η τεχνολογία, οι τράπεζες, η υγεία, τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και οι πρώτες ύλες, ενώ αναβαθμίσει και άλλους κλάδους που έχουν μείνει πιο πίσω, όπως τα ΜΜΕ και τα χημικά.
JP Morgan: Έχει έρθει η ώρα των ευρωπαϊκών μετοχών
Η Κάρεν Γουόρντ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική της JPMorgan Asset Management, υποστηρίζει ότι η επιφυλακτικότητα των επενδυτών προς την Ευρώπη δημιουργεί στην πραγματικότητα μία μεγάλη ευκαιρία.
Κατά την εκτίμησή της, η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί στις πρώτες ημέρες του πολέμου, σε συνδυασμό με το ισχυρό ράλι της τεχνητής νοημοσύνης στις αγορές των ΗΠΑ και της Ασίας, έχει αφήσει τις ευρωπαϊκές μετοχές σε σχετικά χαμηλές αποτιμήσεις, προσφέροντας έτσι ελκυστικό σημείο εισόδου.
«Είμαι πραγματικά αισιόδοξη για την Ευρώπη και ο λόγος είναι ότι κανείς δεν συμφωνεί μαζί μου, κάτι που μου λέει ότι μάλλον έχω δίκιο», υποστήριξε η Γουόρντ, για να προσθέσει πως «η ευρωπαϊκή επενδυτική ιστορία θα απελευθερωθεί» όταν η γεωπολιτική ένταση αποκλιμακωθεί περαιτέρω.
Υπό το πρίσμα της ανάλυσής της, σημαντικό είναι και το ότι το discount στις αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών μετοχών έχει ήδη αρχίσει να περιορίζεται από τον προηγούμενο μήνα, όταν ενισχύθηκαν οι ενδείξεις ότι θα μπορούσε να βρεθεί διπλωματική λύση στη σύγκρουση. Παρ’ όλα αυτά, ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 εξακολουθεί να υπολείπεται των αντίστοιχων δεικτών στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία από την αρχή του έτους.
Ωστόσο, καρά τη Γουόρντ, η αποκλιμάκωση της έντασης θα οδηγήσει τους επενδυτές να επιστρέψουν στις στρατηγικές που ακολουθούσαν και πριν τον πόλεμο και να μειώσουν την έκθεσή τους σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, αναζητώντας μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση· εν μέρει και εξαιτίας του ράλι της Τεχνητής Νοημοσύνης, που δημιουργεί αμφιθυμία στις αγορές και την αίσθηση πως έχει ήδη αποδώσει μεγάλο μέρος των κερδών του.
«Επιστρέφουμε στο ίδιο ερώτημα: οι αγορές δεν είναι φθηνές πουθενά, αλλά πού εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο ανόδου και πώς μπορώ να διαφοροποιηθώ από το επενδυτικό θέμα της τεχνολογίας;», επεσήμανε η αναλύτρια της JP Morgan, τονίζοντας ότι σε αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα η απάντηση είναι «η Ευρώπη».
Η ίδια στέκεται με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι σε παραδοσιακές μεγάλες εταιρείες των κλάδων της αυτοκινητοβιομηχανίας και της φαρμακοβιομηχανίας. Να σημειωθεί πως και η Citi στη σχετική της ανάλυση, διατήρησε μειωμένη στάθμιση για τον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως επίσης και για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τα πολυτελή αγαθά, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, κ.ά.
Η Γουόρντ, από τη μεριά της, εξέφρασε την προτίμησή της σε τομείς που μπορούν να επωφεληθούν από μια ευρύτερη παγκόσμια βιομηχανική ανάκαμψη, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η βιομηχανία και οι χημικές επιχειρήσεις, εκτιμώντας ότι εκεί βρίσκονται σήμερα οι πιο ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για τους επενδυτές.
Barclays: Οι ευρωπαϊκές μετοχές θα «κερδίσουν» από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν
Με την παραπάνω ανάλυση συμφωνούσαν και οι ειδική της βρετανικής Barclays ήδη πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, τονίζοντας πως καθώς ο μακροοικονομικός κίνδυνος που δημιουργούσε η κρίση στη Μέση Ανατολή αρχίσει να απομακρύνεται, οι ανοδικές τάσεις θα ωφελήσουν τις ευρωπαϊκές αγορές.
«Εάν οι τελευταίες ειδήσεις σχετικά με την προσέγγιση συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν επιβεβαιωθούν και η συμφωνία ολοκληρωθεί, αυτό θα αφαιρέσει έναν σημαντικό κίνδυνο για τις αγορές και θα δώσει ώθηση στην ευρύτερη τάση», έγραφαν στο σχετικό τους report την περασμένη εβδομάδα οι αναλυτές της Barclays.
Κατά την εκτίμησή τους, η Ευρώπη θα βγει κερδισμένη καθώς έχει πληγεί δυσανάλογα από τον πληθωριστικό σοκ του πολέμου και η πτώση των τιμών πετρελαίου θα λειτουργήσει ως ουσιαστικό πλεονέκτημα για τις ευρωπαϊκές μετοχές σε σχέση με άλλες περιοχές.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι τομείς που εμφανίζονται ως πιο ελκυστικοί είναι οι καταναλωτικοί τομείς, ενώ – χάρη και στο Μουντιάλ – θα μπορούσαν να ενισχυθούν τομείς όπως τα αθλητικά είδη, τα ταξίδια και η ψυχαγωγία, τα τρόφιμα και ποτέ, τα ΜΜΕ και το gaming.


