Οχι μόνο δεν έχει κοπάσει η όρεξη των επενδυτών για deals, αλλά μεγαλώνει όσο περνάει ο καιρός κόντρα στις εστίες έντασης και αβεβαιότητας που επικρατούν διεθνώς. Σε ορισμένους κλάδους μάλιστα, όπως τα τρόφιμα, υπερβαίνει τα συνηθισμένα και τείνει να λάβει διαστάσεις… φρενίτιδας. Από ιχθυοκαλλιέργειες, γαλακτοβιομηχανίες και πτηνοτροφικές μονάδες μέχρι αλυσίδες εστίασης, ξένα funds, παραδοσιακοί όμιλοι και εγχώρια επενδυτικά σχήματα συνεχίζουν με αμείωτη ένταση να αναζητούν εταιρείες με δυνατά brands, εδραιωμένη παραγωγή και κυρίως σημαντικά περιθώρια διεθνούς ανάπτυξης. Οπως λένε παράγοντες της αγοράς, οι αποδόσεις παραμένουν ελκυστικές και αρκετές επιχειρήσεις μπορούν να μεγαλώσουν πολύ περισσότερο από τα σημερινά τους μεγέθη.
Το ενδιαφέρον Γουάτσα για Goody’s, Everest
Η περίπτωση της Evergood, δηλαδή του κλάδου εστίασης της Vivartia (που περιλαμβάνει τα σήματα Goody’s, Everest, Flocafe, La Pasteria και Jackaroo), που ανήκει στην CVC, αποτελεί το πλέον πρόσφατο παράδειγμα. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, αυτή τη στιγμή συζητείται η πώλησή της σε θυγατρική του ομίλου Fairfax που ανήκει στον διάσημο επενδυτή Πρεμ Γουάτσα, με τις διαπραγματεύσεις να έχουν περάσει από τη διερεύνηση στους αριθμούς.
Οι επαφές ξεκίνησαν μετά το Πάσχα ενώ έχει ολοκληρωθεί οικονομικός έλεγχος και η πλευρά της Vivartia περιμένει συγκεκριμένη πρόταση, η οποία εκτιμάται ότι θα υποβληθεί από μέρα σε μέρα.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι θα επιδιωχθεί ένα τίμημα που υπερβαίνει τα 300 εκατ. ευρώ, με δεδομένο ότι η εταιρεία βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης και τα προσαρμοσμένα EBITDA ανήλθαν σε 32,8 εκατ. ευρώ το 2025. Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά, με δεδομένο ότι στο τέλος της χρήσης υπήρχαν τραπεζικός και ομολογιακός δανεισμός 100,8 εκατ. ευρώ, υποχρεώσεις από μισθώσεις περίπου 60 εκατ. ευρώ και ταμειακά διαθέσιμα 10,75 εκατ. ευρώ.
Το ενδιαφέρον του Πρεμ Γουάτσα πάντως δεν αποτελεί έκπληξη. Μπορεί στην Ελλάδα να έχει συνδέσει το όνομά του με επενδύσεις στη Eurobank, τη Eurolife, την Praktiker αλλά και τη Metlen, ωστόσο, παράλληλα, διατηρεί τον έλεγχο της Recipe Unlimited, έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους οργανωμένης εστίασης του Καναδά, με περισσότερα από 1.100 εστιατόρια. Το 2025 το δίκτυό της έκανε πωλήσεις 3,5 δισ. καναδικών δολαρίων και EBITDA 197 εκατ. καναδικών δολαρίων.
Το μοντέλο της συνδυάζει πολλά brands, διαφορετικά concepts και εκτεταμένο franchise. Ακριβώς δηλαδή τα χαρακτηριστικά της Evergood, κάτω από την οποία βρίσκονται Goody’s, Everest, Flocafé και La Pasteria.
Η Fairfax απέκτησε επίσης τη βρετανική MW Eat, αποκτώντας ευρωπαϊκή πλατφόρμα με τοπικά σήματα. Εφόσον κλείσει η ελληνική συναλλαγή, η Evergood θα ανεβάσει αισθητά την κλίμακα της παρουσίας της στην ευρωπαϊκή εστίαση. Για το CVC, από την άλλη, η πώληση θα αποτελέσει ακόμη ένα κομμάτι της αναδιάταξης της Vivartia.
«Θερμός» Σεπτέμβρης
Η Evergood δεν είναι το μόνο ανοιχτό μέτωπο. Τον Σεπτέμβριο αναμένονται σύμφωνα με πληροφορίες μια σειρά από επενδυτικά… χτυπήματα, με την Ideal Holdings να θεωρείται από τα επικρατέστερα φαβορί για την ανακοίνωση κάποιου ηχηρού deal. Ο εκτελεστικός πρόεδρος της εταιρείας, Λάμπρος Παπακωνσταντίνου, έχει προαναγγείλει εξελίξεις, υπενθυμίζοντας ότι η Ideal έχει επενδύσει περίπου 400 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια. Το κριτήριο, όπως λέει, δεν είναι ο κλάδος αλλά η ποιότητα της επιχείρησης, η ανθεκτικότητα των μεγεθών και, κυρίως, οι άνθρωποι που τη διοικούν.
Κίνηση προετοιμάζει, σύμφωνα με πληροφορίες, και η VNK Capital του Βασίλη Κάτσου, με τις ανακοινώσεις να τοποθετούνται στις αρχές του φθινοπώρου. Την ίδια ώρα, στην Palirria οι μέτοχοι αποφάσισαν να συνεχίσουν μαζί μετά τη λήξη χωρίς συμφωνία της διαδικασίας πώλησης του 36% της VNK Capital στον Κώστα Σουλιώτη.
Η αποτίμηση είχε υπολογιστεί στα 250 εκατ. ευρώ. Νεότερες ανακοινώσεις αναμένονται από τον Σεπτέμβριο ενώ στο τραπέζι υπάρχει και η προοπτική εισαγωγής στο Χρηματιστήριο, η οποία τοποθετείται για το 2027.
Στην ουρά βρίσκονται και μια σειρά από συναλλαγές που δεν έχουν βρει ακόμη δρόμο προς την υπογραφή. Η ΔΕΛΤΑ παραμένει η μεγαλύτερη εκκρεμότητα. Το CVC φέρεται να ζητάει σχεδόν 300 εκατ. ευρώ, ενώ τα EBITDA του 2024 ήταν μόλις 18,5 εκατ. ευρώ. Η απόσταση από τους ενδιαφερομένους αποδείχθηκε μεγάλη. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος φέρεται να είχε προσφέρει 160 εκατ. ευρώ, σχεδιάζοντας σύνδεση με τη ΜΕΒΓΑΛ και ενίσχυση των εξαγωγών, ωστόσο οι συζητήσεις δεν προχώρησαν. Ακαρπες σύμφωνα με πληροφορίες ήταν και οι διερευνητικές επαφές με τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία των αδελφών Σαράντη. Πηγές τοποθετούν τη δική τους οροφή κοντά στα 200 εκατ. ευρώ, καθώς θεωρούν μικρό το εξαγωγικό αποτύπωμα της ΔΕΛΤΑ.
Ανοιχτά παραμένουν σύμφωνα με πληροφορίες τα… πωλητήρια της βιομηχανίας τροφίμων Μινέρβα και της ζυθοποιίας ΕΖΑ που ελέγχονται από την Deca Investments. Το φλερτ της τελευταίας μάλιστα με την ισραηλινή Blue Capital έχει σταματήσει, χωρίς να έχει αποσυρθεί το πωλητήριο. Η επανεκκίνηση που επιχειρεί η ζυθοποιία αποδίδει καρπούς ενώ οι μπίρες της Creta Kings και της Πειραϊκής Μικροζυθοποιίας προσθέτουν τοπική ταυτότητα και εμπορικές δυνατότητες.
Ουκρανός κροίσος στον Νιτσιάκο
Η πιο ηχηρή συναλλαγή των τελευταίων μηνών ήταν η απόκτηση του 70% της Νιτσιάκος από την Perutnina, μέλος του ουκρανικού ομίλου MHP του δισεκατομμυριούχου Γιούρι Κοσιούκ. Η συμφωνία εγκρίθηκε στα τέλη Ιουλίου και αλλάζει τους συσχετισμούς στην ελληνική αγορά κοτόπουλου. Η MHP μπορεί να φέρει φθηνότερες ζωοτροφές, τεχνογνωσία και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος, πιέζοντας ανταγωνιστές να επιταχύνουν επενδύσεις και να προστατεύσουν τα μερίδιά τους. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η εξαγορά της Avramar από την καναδική Cooke, έπειτα από μια διαδικασία-θρίλερ που είχε σημαντικές ανατροπές. Η πρόσφατη παρουσία του ιδρυτή Γκλεν Κουκ στην Αθήνα σε εκδήλωση της καναδικής πρεσβείας ερμηνεύθηκε ως μήνυμα μετάβασης από τη διάσωση στην ανάπτυξη.
Νέες επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων
Η κινητικότητα στον κλάδο των τροφίμων και ποτών δεν περιορίζεται στις συμφωνίες αλλά και στην υλοποίηση νέων επενδύσεων. Μεγαλύτερες και μικρότερες επιχειρήσεις έχουν σε εξέλιξη ή δρομολογούν σημαντικά σχέδια για την αναβάθμιση των παραγωγικών γραμμών, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, η ΜΕΒΓΑΛ σχεδιάζει εργοστάσιο 160 εκατ. ευρώ στα Κουφάλια για την αύξηση της δυναμικότητας του ελληνικού γιαουρτιού, η ΙΟΝ υλοποιεί πρόγραμμα 143,1 εκατ. ευρώ, με νέα μονάδα σοκολάτας στη Στυλίδα, η Wonderplant επαναφέρει επένδυση 127,3 εκατ. ευρώ για υδροπονικό θερμοκήπιο στη Μαυροπηγή, ενώ η οικογένεια Σκλαβενίτη επενδύει 100 εκατ. ευρώ σε μονάδα έτοιμων γευμάτων στη Μαγούλα. Η βιομηχανία Βίκος προωθεί σχέδιο 76,8 εκατ. ευρώ, ο συνεταιρισμός Πίνδος πρόγραμμα 70 εκατ. έως το 2030, η Παπαδοπούλου επενδύει 59,6 εκατ. στον Βόλο και η Κρι Κρι 52,2 εκατ. ευρώ στις Σέρρες, με στόχο σχεδόν να διπλασιάσει τις πωλήσεις γιαουρτιού έως το τέλος του 2027. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Coca-Cola Τρία Εψιλον, η οποία μετά τις επενδύσεις ύψους περίπου 180 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία, κατασκευάζει κέντρο logistics στην Αττική, προϋπολογισμού 31 εκατ. ευρώ.
Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία έχει διαθέσει περίπου 60 εκατ. ευρώ στο εργοστάσιο της Πάτρας την τελευταία δεκαετία και προσθέτει ηλιοθερμικό πάρκο 5,75 MW. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι από τους πλέον δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, δραστηριοποιούνται περίπου 15.800 επιχειρήσεις αντιπροσωπεύοντας το 27,3% των επιχειρήσεων της μεταποίησης. Ο κλάδος παράγει το 26,3% του κύκλου εργασιών και το 26,6% της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης, ενώ συγκεντρώνει σχεδόν το 37% της βιομηχανικής απασχόλησης. Την περίοδο 2015-2024 οι επιχειρήσεις του κλάδου πραγματοποίησαν επενδύσεις 7,2 δισ. ευρώ, με το ύψος τους να ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ μόνο το 2024.
-: AΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


