Η είδηση, τον Σεπτέμβριο, ότι ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου (hedge fund), Κρις Ρόκος, εγκαταλείπει το Λονδίνο για την Αθήνα —όπου σχεδιάζει να ιδρύσει γραφείο— προκάλεσε αναστάτωση. Ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο ίδιος συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους φορολογούμενους της χώρας, έχοντας καταβάλει, σύμφωνα με πληροφορίες, 330 εκατομμύρια λίρες πέρυσι.
Η Ελλάδα προσπαθεί εδώ και χρόνια να πείσει εύπορους αλλοδαπούς να φέρουν τα κεφάλαιά τους στη χώρα. Πλέον, επιδιώκει να προσελκύσει και τις επιχειρήσεις αλλά και τις οικογένειές τους. Οι σχετικές πολιτικές έχουν αρχίσει να αφήνουν το αποτύπωμά τους στην αγορά ακινήτων υψηλών προδιαγραφών.
Από το 2020, η Ελλάδα έχει θεσπίσει μια σειρά φορολογικών κινήτρων με στόχο την προσέλκυση νέων κατοίκων. Το καθεστώς «μη κατοίκου» (non-dom) προσφέρει σε όσους πληρούν τις προϋποθέσεις —και οι οποίοι οφείλουν, μεταξύ άλλων, να επενδύσουν τουλάχιστον 500.000 ευρώ σε ακίνητα, επιχειρήσεις, τίτλους ή μετοχές νομικών οντοτήτων— έναν ετήσιο κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ επί του εισοδήματος που προέρχεται από το εξωτερικό. Για τους συνταξιούχους από το εξωτερικό που πληρούν τα κριτήρια, προβλέπεται σταθερός φορολογικός συντελεστής 7% επί του εισοδήματος από το εξωτερικό, για διάστημα έως και 15 ετών. Αντίστοιχα, εργαζόμενοι και επιχειρηματίες που μεταφέρουν την έδρα τους στην Ελλάδα δικαιούνται απαλλαγή 50% από τον φόρο για εισοδήματα που προκύπτουν στην Ελλάδα από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Τα μέτρα έχουν σχεδιαστεί ώστε να συμβάλουν στην αναστροφή του«brain drain» που συνόδευσε τη χρηματοπιστωτική κρίση στη χώρα –διάστημα κατά το οποίο σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ελλάδα μέσα σε μία δεκαετία–, να προσελκύσουν επαγγελματίες με διεθνή κινητικότητα και να ενθαρρύνουν ξένες επιχειρήσεις να εγκαταστήσουν δραστηριότητες στη χώρα.
Στην Greece Sotheby’s International Realty, οι αγοραστές που επωφελούνται από το καθεστώς «non-dom» (μη κατοίκου) της χώρας αντιστοιχούσαν σε σχεδόν το ένα τρίτο του όγκου των συναλλαγών της εταιρείας το 2025 —ένα ποσοστό που ήταν πρακτικά μηδενικό πριν από το 2024— σύμφωνα με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της, Σάββα Σαββαΐδη. Περισσότερες από τις μισές από αυτές τις συναλλαγές αφορούσαν κατόχους βρετανικών διαβατηρίων.
Φορολογικές ελαφρύνσεις
Το φετινό καλοκαίρι, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, μειώνοντας τον φορολογικό συντελεστή επί του μεριδίου στα κέρδη για τους επιλέξιμους διαχειριστές επενδύσεων που μεταφέρουν την έδρα τους στην Ελλάδα, από το 15% στο 5%. Η φορολογική αυτή ελάφρυνση προϋποθέτει ότι η ελληνική δραστηριότητα του επενδυτικού κεφαλαίου (fund) θα πραγματοποιεί δαπάνες ύψους τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ ετησίως εντός της χώρας, διασφαλίζοντας έτσι μια ουσιαστική —και όχι απλώς τυπική— παρουσία.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι η φιλοδοξία της είναι ευρύτερη από την απλή προσέλκυση μιας χούφτας εύπορων ατόμων για την αγορά εξοχικών κατοικιών. Ελπίζει ότι το πρώτο κύμα εύπορων αφίξεων θα προσελκύσει μια ευρύτερη κοινότητα επαγγελματιών και των οικογενειών τους. «Δεν πρόκειται απλώς για 10 άτομα που ξοδεύουν πολλά χρήματα», λέει ο Βασίλης Καρατζάς, σύμβουλος του υπουργού Οικονομικών. «Η προοπτική που προσφέρουν έγκειται στο ότι συμβάλλουν στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος και ενός επιχειρηματικού περιβάλλοντος που δεν υπήρχαν προηγουμένως στη χώρα».
Η Ελίνα Φιλίππου, επικεφαλής του τμήματος ιδιωτικού πλούτου στην ελληνική δικηγορική εταιρεία Zepos & Yannopoulos –η οποία ειδικεύεται στην παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις και ιδιώτες που μετεγκαθίστανται στην Ελλάδα– αναφέρει ότι η ομάδα της έχει μεγαλώσει, από οκτώ άτομα που ήταν το 2020, σε σχεδόν 20 σήμερα. Όπως σημειώνει, η εταιρεία της έχει διαχειριστεί περίπου το ένα τέταρτο των αιτήσεων μετεγκατάστασης στο πλαίσιο των καθεστώτων φορολογικών κινήτρων.
Από τότε που θεσπίστηκε το καθεστώς «non-dom» (μη κατοίκου), έχουν υποβληθεί περίπου 500 αιτήσεις —εκ των οποίων οι μισές περίπου προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης— σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών. Παράλληλα, σχεδόν 1.500 συνταξιούχοι και περίπου 10.000 στελέχη, εργαζόμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρηματίες έχουν υποβάλει αίτηση στο πλαίσιο άλλων κινήτρων. Πρόκειται για «μια συνεχή ροή ανθρώπων», αναφέρει η Χρύσα Μηλιού, Γενική Γραμματέας Φορολογικής Πολιτικής στο ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών.
Και αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται κάπου να μείνουν. Η πρόκληση έγκειται στο να πειστούν να ριζώσουν στον τόπο, αντί απλώς να αποκτήσουν φορολογική κατοικία.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα
Ένα μέρος όπου αυτή η φιλοδοξία δοκιμάζεται ήδη είναι η Αθηναϊκή Ριβιέρα, όπου οι χαμηλές βίλες και οι κήποι της Γλυφάδας, της Βούλας και της Βουλιαγμένης δίνουν όλο και περισσότερο τη θέση τους σε πολυτελή συγκροτήματα διαμερισμάτων με θέα στη θάλασσα, πισίνες και 24ωρη φύλαξη.
«Ζω στη Βούλα εδώ και 30 χρόνια», λέει η Παυλίνα Μπιλλίρη, μεσίτρια με 26 χρόνια εμπειρίας. «Οι κήποι, τα χαμηλά σπίτια… το αστικό τοπίο αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Η μία πολυκατοικία υψώνεται πάνω από την άλλη».
Για την Ελένη Παπαδοπούλου, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γλυφάδα —όπου τόσο ο πατέρας όσο και ο παππούς της έχτισαν οικογενειακές κατοικίες—, αυτή η μεταμόρφωση έχει εξελιχθεί σε έναν αγώνα δρόμου ενάντια στον χρόνο. Μέσω του λογαριασμού της στο Instagram, @Vintage.Glyfada, καθώς και άλλου υλικού τεκμηρίωσης, έχει συγκεντρώσει σχεδόν 700 φωτογραφίες από τις βίλες της περιοχής που σταδιακά εξαφανίζονται —με την χαρακτηριστική κόκκινη πέτρα τους, τις χειροποίητες σιδερένιες πύλες και τους κήπους γεμάτους λεμονιές και πορτοκαλιές.
«Υπήρχαν μέρες που έβλεπα δύο σπίτια και την επόμενη μέρα είχαν εξαφανιστεί», λέει. Τα παλιά σπίτια —συχνά χτισμένα ως εξοχικές κατοικίες— ήταν ανοιχτά προς τον δρόμο και αντικατόπτριζαν την προσωπικότητα των ιδιοκτητών τους, θυμάται. Αντιθέτως, θεωρεί ότι οι νέες πολυκατοικίες είναι όλο και πιο ομοιόμορφες και εσωστρεφείς. Για την ίδια, αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο η αρχιτεκτονική, αλλά και οι αναμνήσεις καθώς και ο τρόπος ζωής που συνδέονται με αυτήν.
Η Μπιλλίρη τοποθετεί την έναρξη του μετασχηματισμού στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η Ελλάδα άρχιζε να εξέρχεται από την κρίση δημόσιου χρέους και το πρόγραμμα «χρυσής βίζας» (golden visa) —το οποίο θεσπίστηκε το 2013— προσέλκυσε ένα πρώτο κύμα ξένων επενδυτών στον τομέα των ακινήτων. «Το 2015 δεν υπήρχε τίποτα», αναφέρει σχετικά με τα νέα έργα ανάπτυξης. «Ήταν μια περίοδος βαθιάς κρίσης».
Σε άνοδο οι τιμές ακινήτων – Το κίνητρο της Golden Visa
Οι τιμές των διαμερισμάτων στην Ελλάδα υποχώρησαν κατά περισσότερο από 40% μεταξύ 2008 και 2017, καθώς η κρίση χρέους έπληξε καίρια τα εισοδήματα, την απασχόληση και τη χορήγηση στεγαστικών δανείων. Από το χαμηλότερο σημείο τους το 2017, οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85%, ξεπερνώντας το υψηλό του 2008 κατά 7% το 2025, ενώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026 συνέχισαν να καταγράφουν ετήσια άνοδο της τάξης του 5,5%, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Μεταξύ των πρώτων αγοραστών συγκαταλέγονταν επενδυτές από την Κίνα και τη Μέση Ανατολή. Το πρόγραμμα της «Golden Visa» —το οποίο αρχικά παρείχε δικαίωμα διαμονής με αντάλλαγμα επένδυση σε ακίνητα ύψους 250.000 ευρώ— αύξησε το όριο αυτό στις 500.000 ευρώ για τις περιζήτητες περιοχές το 2023, ενώ το 2024 το ανέβασε περαιτέρω στις 800.000 ευρώ. Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, τον Αύγουστο του 2026, Κινέζοι υπήκοοι κατείχαν 12.700 άδειες διαμονής επενδυτών, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό του συνόλου.
Οι μεσίτες επισημαίνουν την εμφάνιση μιας άλλης κατηγορίας διεθνών αγοραστών: πρόκειται για άτομα που αναζητούν, κατά κύριο λόγο, μια μόνιμη ή ημιμόνιμη κατοικία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταφέρουν μαζί τους και την επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Το ενδιαφέρον οφείλεται εν μέρει σε οικονομικούς λόγους. Παρά την άνοδο των τιμών, οι μεσίτες υποστηρίζουν ότι τα παραλιακά μέρη της Αθήνας παραμένουν σχετικά προσιτά σε σύγκριση με ανταγωνιστικές αγορές της Μεσογείου. «Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα —και ειδικότερα οι παραλιακές περιοχές της— προσφέρει την πιο ελκυστική τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή Ριβιέρα», δηλώνει ο Γιώργος Ιωάννου, σύμβουλος ιδιωτικών πελατών στην Engel & Völkers.
Ο Όλιβερ Μπανκς, εταίρος στον τομέα της διεθνούς οικιστικής ανάπτυξης στην Knight Frank, συμφωνεί. Οι αξίες κατά μήκος της Αθηναϊκής Ριβιέρας κυμαίνονται μεταξύ 6.000 και 10.000 ευρώ ανά τ.μ. — επίπεδα που είναι, σε γενικές γραμμές, χαμηλότερα από εκείνα στη Βαρκελώνη (10.000 ευρώ ανά τ.μ.), τη Λισαβόνα (11.000 ευρώ), τη Ρώμη (13.200 ευρώ) και τη Μαδρίτη (15.300 ευρώ), και σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι στο Παρίσι (23.200 ευρώ), το κεντρικό Λονδίνο (26.000 ευρώ) και το Μονακό (54.000 ευρώ). «Οι προνομιακές παραθαλάσσιες τοποθεσίες, η θέα στη θάλασσα, η ιδιωτικότητα και τα ακίνητα που είναι έτοιμα προς άμεση χρήση αποτελούν τους βασικούς παράγοντες έλξης», επισημαίνει.
Ωστόσο, ο κ. Σαββαΐδης από τον οίκο Sotheby’s υποστηρίζει ότι η τιμή αποτελεί μόνο ένα μέρος της ελκυστικότητας. Όπως εξηγεί, η Αθήνα συνδυάζει κάτι το ασυνήθιστο: είναι μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με μια εκτενή αστική ακτογραμμή, μήκους περίπου 40 χιλιομέτρων. «Ο κοινός παρονομαστής είναι ότι οι ενδιαφερόμενοι αισθάνονται πως η Ελλάδα δεν αποτελεί έναν τεχνητό παράδεισο», λέει χαρακτηριστικά. «Αν αναζητούσαν τη λάμψη του Μόντε Κάρλο, θα πήγαιναν στο Μόντε Κάρλο».
Για μια οικογένεια που μετακόμισε από το Βερολίνο στην Αθηναϊκή Ριβιέρα πριν από έναν χρόνο, αξιοποιώντας το φορολογικό καθεστώς για κατοίκους εξωτερικού (non-dom) στην Ελλάδα, το κίνητρο δεν ήταν τόσο οι φόροι όσο η προοπτική μιας διαφορετικής ζωής. Το ζευγάρι, που έχει δύο μικρά παιδιά και ζήτησε να μην κατονομαστεί, επιθυμούσε να ζήσει κοντά στη θάλασσα, διατηρώντας παράλληλα τις ανέσεις μιας μεγάλης πόλης, την πρόσβαση σε διεθνή σχολεία και τις εύκολες συνδέσεις με τη Γερμανία. «Θέλαμε να ζήσουμε τη ζωή στη Μεσόγειο», λέει η μητέρα.
«Είναι η κατάλληλη στιγμή, καθώς τα παιδιά μας είναι ακόμα μικρά».
Η οικογένεια επέλεξε να νοικιάσει αντί να αγοράσει κατοικία, καθώς δεν ήταν βέβαιη για το ποια περιοχή θα τους ταίριαζε, ούτε για το πόσο καιρό θα παρέμεναν. Το ζευγάρι εκτιμά ότι το κόστος διαβίωσής τους είναι περίπου 20% υψηλότερο σε σχέση με τη Γερμανία, κυρίως λόγω του ενοικίου, του ηλεκτρικού ρεύματος, των διδάκτρων σε διεθνή σχολεία και της ανάγκης για χρήση αυτοκινήτου. «Είναι κάτι που απαιτεί λίγη προσαρμογή εδώ: το γεγονός ότι πρέπει να χρησιμοποιείς συχνά το αυτοκίνητο».
Ωστόσο, το αντάλλαγμα άξιζε τον κόπο. «Η ποιότητα ζωής είναι σίγουρα ανώτερη», λέει, περιγράφοντας τα Σαββατοκύριακα που περνούν εξερευνώντας κοντινά νησιά, καθώς και τον περισσότερο χρόνο που αφιερώνουν σε εξωτερικούς χώρους ως οικογένεια.
«Είμαστε μια πολύ μικρή αγορά ακινήτων»
Ωστόσο, η προσφορά του είδους των κατοικιών που αναζητούν αυτοί οι αγοραστές παραμένει περιορισμένη. «Είμαστε μια πολύ μικρή αγορά ακινήτων», λέει ο Σαββαΐδης. «Προφανώς υπάρχει περιθώριο βελτίωσης. Αλλά αυτό θα συμβεί μόνο μέσω μεγάλων αναπτυξιακών έργων».
Περισσότερα από 4.000 οικιστικά ακίνητα έχουν αλλάξει χέρια στη Γλυφάδα, τη Βούλα, τη Βουλιαγμένη και τη Βάρη από το 2017, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times (FT) που βασίζεται σε στοιχεία της ελληνικής κυβέρνησης για τις συναλλαγές ακινήτων. Περίπου 1.200 από αυτές τις πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Σεπτεμβρίου 2026.
Η έλλειψη νεόδμητων κατοικιών αποτελεί, εν μέρει, κατάλοιπο της δεκαετούς οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. «Για 10 χρόνια και πλέον στην Ελλάδα, δεν μπήκε ούτε ένα τούβλο», αναφέρει ο Σαββαΐδης. Αυτή η περιορισμένη προσφορά συγκρούεται πλέον με τη διεθνή ζήτηση, ιδίως για ακίνητα με θέα στη θάλασσα, καθώς και για ακίνητα που παρέχουν την ασφάλεια και τις ανέσεις που οι εύποροι αγοραστές έχουν συνηθίσει να αναζητούν σε άλλες περιοχές.
Στο Apollo Hills, ένα νέο συγκρότημα κατοικιών με ελεγχόμενη πρόσβαση στη Βούλα, ένα διαμέρισμα 200-250 τετραγωνικών μέτρων, με τρία έως τέσσερα υπνοδωμάτια, κοστίζει περίπου 2,5 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τον Σαββαΐδη.
Η Μπιλλίρη αναφέρει ότι η αλλαγή στην αγορά ακινήτων έχει επιταχυνθεί δραματικά από το 2022. Ο όγκος των πωλήσεων στο γραφείο της έχει αυξηθεί κατά 50%, σημειώνει, ενώ οι τιμές στα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών έχουν σημειώσει απότομη άνοδο. Το ποσό των 10.000 ευρώ ανά τ.μ. «έχει πάψει να υφίσταται» ως σημείο αναφοράς για τα πολυτελή ρετιρέ, προσθέτει. Τα νεόδμητα ακίνητα μπορούν να πωληθούν προς 15.000-20.000 ευρώ ανά τ.μ., ενώ κατοικίες σε ορισμένα από τα πιο αποκλειστικά έργα μπορούν να φτάσουν περίπου τις 30.000 ευρώ ανά τ.μ.
Στη Γλυφάδα, το «Atlantia» —ένα ρετιρέ δύο επιπέδων, επιφάνειας 276 τ.μ., με τρία υπνοδωμάτια, ιδιωτική πισίνα, κοινόχρηστους χώρους ευεξίας και υπηρεσίες θυρωρείου— διατίθεται προς πώληση από τον οίκο Sotheby’s έναντι 3,4 εκατ. ευρώ.
Στη Βουλιαγμένη, το «Chrysalis» —μια κατοικία 500 τ.μ. πολύ κοντά στη θάλασσα, με αρχιτεκτονική εμπνευσμένη από πεταλούδα, γυάλινους τοίχους, διαμορφωμένους κήπους, ιδιωτική πισίνα, τζακούζι στην ταράτσα, γυμναστήριο και κινηματογράφο— πωλείται από την Engel & Völkers έναντι 6,75 εκατ. ευρώ.
«Το ζητούμενο είναι: θέλουμε 150 έως 200 τετραγωνικά μέτρα, τουλάχιστον τρία υπνοδωμάτια και θέα στη θάλασσα», λέει ο Ιωάννου.
Οι περισσότεροι από τους διεθνείς πελάτες του αγοράζουν το ακίνητο καταβάλλοντας το τίμημα εφάπαξ (χωρίς δανεισμό), αναφέρει, ενώ πολλοί προτιμούν τα νεόδμητα διαμερίσματα έναντι των παραδοσιακών βιλών. Είναι επίσης πρόθυμοι να αγοράσουν ακίνητα που βρίσκονται ακόμη στα σχέδια. Αυτή την περίοδο συνεργάζεται με τρεις Βρετανούς αγοραστές, με προϋπολογισμό περίπου 2,5 εκατ. ευρώ τον καθένα, οι οποίοι επιθυμούσαν να ολοκληρώσουν τις αγορές τους έως τα τέλη Οκτωβρίου, εν μέσω ανησυχιών σχετικά με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Μπιλλίρη παρατηρεί μια παρόμοια μετατόπιση. «Έρχονται από το Λονδίνο», λέει αναφερόμενη σε ορισμένους από τους πρόσφατους πελάτες της, πολλοί εκ των οποίων έρχονται «για να εγκαταστήσουν τις εταιρείες τους εδώ».
Ωστόσο, δεν θεωρούν όλοι την Ελλάδα ως μόνιμη κατοικία. «Έχουν την αίσθηση ότι η παραμονή τους δεν θα είναι πολύ μεγάλη ή ότι θα επιστρέψουν στο Λονδίνο», αναφέρει. Κάποιοι προχωρούν σε αγορές με ορίζοντα περίπου πενταετίας, διατηρώντας την επιλογή να επιστρέψουν στη Βρετανία, εάν αλλάξουν οι συνθήκες.
Ο Ιωάννου σημειώνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον και από την Αυστραλία και τη Μέση Ανατολή, όπου η γεωπολιτική αστάθεια έχει δώσει σε ορισμένους εύπορους αγοραστές έναν επιπλέον λόγο να αναζητήσουν κατοικία αλλού. «Επιθυμούν μια δεύτερη ή και τρίτη επιλογή», λέει.
«Θα είναι ένα μίνι Ντουμπάι» το Ελληνικό
Πάνω από τον μετασχηματισμό της Ριβιέρας δεσπόζει το Ελληνικό — η ανάπλαση του πρώην αεροδρομίου της Αθήνας σε μια τεράστια νέα παραλιακή περιοχή, η οποία περιλαμβάνει κατοικίες, ξενοδοχεία, καταστήματα, εγκαταστάσεις αναψυχής και ένα μεγάλο πάρκο. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένας νέος παραθαλάσσιος ουρανοξύστης κατοικιών. «Θα είναι ένα μίνι Ντουμπάι», λέει ο Ιωάννου. «Θα χρειαστούν 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί».
Περίπου 850-900 από τις 1.300 οικιστικές μονάδες έχουν πωληθεί, σύμφωνα με τον Άλεξ Μουλά, επικεφαλής εμπορικό διευθυντή. Οι Έλληνες αγοραστές αποτελούν το 55%, ενώ η ελληνική διασπορά καλύπτει ένα επιπλέον 20-25%.
Οι αγοραστές από το εξωτερικό, οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε περίπου 20% των πωλήσεων κατά τα πρώτα χρόνια του έργου, από το 2023 και μετά φτάνουν έως και το 40%. Στην πρώτη θέση βρίσκονται οι Αμερικανοί, ακολουθούμενοι από Βρετανούς, Γερμανούς και Ελβετούς. Σύμφωνα με τον κ. Μουλά, περίπου το ένα τρίτο σκοπεύει να καταστήσει το Ελληνικό κύρια κατοικία του, ένα άλλο τρίτο θα το χρησιμοποιεί ως εξοχική κατοικία, ενώ οι υπόλοιποι προχωρούν στην αγορά για επενδυτικούς λόγους.
Η Inspired Education, η οποία διαχειρίζεται 127 σχολεία σε έξι ηπείρους, κατασκευάζει εκεί ένα σχολείο, το οποίο αναμένεται να ανοίξει τον Σεπτέμβριο του 2028. «Όταν αναλάβαμε το έργο, περιμέναμε ότι θα αφορούσε κυρίως ελληνικές οικογένειες», αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος Ναντίμ Νσούλι. «Ωστόσο, σήμερα παρατηρούμε αύξηση του αριθμού των οικογενειών από το εξωτερικό». Πλέον, εκτιμά ότι οι Έλληνες μαθητές θα αποτελούν το 60-70% του μαθητικού δυναμικού.
Ωστόσο, το να περιμένει κανείς χρόνια για την ολοκλήρωση ολόκληρης της ανάπτυξης στο Ελληνικό δεν έχει ιδιαίτερο νόημα για όσους επιθυμούν να εγκατασταθούν εκεί άμεσα, επισημαίνει ο Ιωάννου. Αντ’ αυτού, στρέφονται σε αγορές σε κοντινές περιοχές: «Γλυφάδα, Βούλα, Καβούρι».
Το παράδοξο είναι ότι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που προσελκύουν εύπορους ξένους στα νότια προάστια της Αθήνας —οι γειτονιές με χαμηλή δόμηση, οι κήποι, η εγγύτητα στη θάλασσα και η αίσθηση ότι η περιοχή παραμένει λιγότερο «στημένη» σε σύγκριση με άλλα μεσογειακά θέρετρα— αλλοιώνονται πλέον λόγω της ζήτησης για νέα διαμερίσματα.
Πρόκληση για την Ελλάδα η παραμονή τους
Για την Ελλάδα, ωστόσο, η κύρια πρόκληση δεν είναι απλώς η προσέλκυση εύπορων κατοίκων, αλλά το να πειστούν να παραμείνουν. «Πόσο σταθερά είναι αυτά τα φορολογικά καθεστώτα;» είναι μία από τις πρώτες ερωτήσεις που θέτουν οι υποψήφιοι πελάτες στη Φιλίππου, η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση ιδιωτικού πλούτου. Η ίδια αναφέρει ότι τα κίνητρα τυγχάνουν ευρείας πολιτικής στήριξης, παρά το ιστορικό της Ελλάδας με τις συχνές αλλαγές στους φορολογικούς κανόνες.
Ωστόσο, οι φορολογικές ελαφρύνσεις από μόνες τους δεν αρκούν. «Είναι ακόμη νωρίς», λέει η Φιλίππου αναφερόμενη στις προσπάθειες δημιουργίας ενός διεθνούς κλάδου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Οι οικογένειες από το εξωτερικό έχουν ανάγκη από κατοικίες, γραφεία, σχολεία και υπηρεσίες αντίστοιχες με εκείνες που έχουν συνηθίσει σε άλλα μέρη. «Αυτό είναι που μας λείπει: περισσότερα ποιοτικά ακίνητα για γραφεία και κατοικίες, καθώς και περισσότερα διεθνή σχολεία», επισημαίνει.
«Το πρώτο πράγμα που εξετάζει κανείς, προτού αποφασίσει να μετακομίσει, είναι αν υπάρχει κάποιο καλό σχολείο», λέει ο Νσούλι. Αναφέρει το παράδειγμα του Μονακό, όπου ορισμένες οικογένειες αποφάσισαν τελικά να μην εγκατασταθούν εκεί, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε διεθνή σχολεία.
Για την οικογένεια που μετακόμισε από τη Γερμανία, τα φορολογικά οφέλη αποτέλεσαν ένα ευπρόσδεκτο πλεονέκτημα, αλλά όχι τον καθοριστικό παράγοντα. «Είναι, βέβαια, ένα ωραίο όφελος, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιη ότι και πάλι θα είχαμε επιλέξει την Αθήνα αντί, ας πούμε, της Βαρκελώνης», δηλώνει η μητέρα.
Η προσαρμογή δεν ήταν χωρίς δυσκολίες. Αν και είναι ενθουσιασμένη με το σχολείο των παιδιών της και την εύκολη πρόσβαση σε γιατρούς της περιοχής, διαπίστωσε ότι η ελληνική γραφειοκρατία είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί χωρίς επαγγελματική βοήθεια.
Και παρόλο που απολαμβάνει τη ζωή στη Ριβιέρα, το γεγονός ότι η οικογένειά της βρίσκεται ακόμα στη Γερμανία, σε συνδυασμό με τη δυσκολία εκμάθησης της γλώσσας, την κάνει να μην σχεδιάζει μια μόνιμη εγκατάσταση. «Πρόκειται μάλλον για ένα πείραμα τριών έως πέντε ετών, παρά για μια μόνιμη μετεγκατάσταση», λέει η ίδια.
Για την Παπαδοπούλου, κάτοικο της Γλυφάδας, οι αλλαγές στη Ριβιέρα είναι πιο μόνιμες. Οι βίλες που φωτογραφίζει εξαφανίζονται, παρασύροντας μαζί τους έναν τρόπο ζωής που κάποτε χαρακτήριζε τη γειτονιά.
«Όλες αυτές οι ιστορίες που άκουσα από τους γονείς μου, για το ποιο εξοχικό σπίτι ανήκε σε ποιον — για το πώς ζούσαν — καταρρέουν σε μια στιγμή.»
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .


